Παρασκευή 8 Ιανουαρίου 2016

Δυό διηγήματα της Μαρίας Λιάκου


επιμέλεια στήλης Βιβή Γεωργαντοπούλου


«Ο Ορειβάτης Του Ολύμπου»


"Chalk It Up",Jay Alders 


Ο  Δημήτρης ήταν νέος ορειβάτης και πήγαινε συχνά στον Όλυμπο τα δυο τελευταία χρόνια. Ήταν μια ευχάριστη διαφυγή για κείνον από την καθημερινότητά  του.
Μια φορά στον Όλυμπο επιχειρούσε μια πολύ δύσκολη αναρρίχηση με έντονη χιονόπτωση. Πέρασε τη νύχτα  του στο καταφύγιο όπως και άλλες βραδιές περιμένοντας την αυριανή μέρα. Το  πρωί  ξυπνάει και βλέπει ότι το χιόνι έχει σκεπάσει για τα καλά το βουνό. Περισσότερο χιόνι από ό,τι περίμενε και οι μετεωρολόγοι είχαν προβλέψει.
Η αναρρίχηση βέβαια  δύσκολη με τέτοιες συνθήκες. Δεν θέλει,όμως, να γυρίσει πίσω. Με προσπάθεια και  μεγάλο  θάρρος, συνεχίζει να σκαρφαλώνει στο απόκρημνο βουνό. Μετά  από ώρα  ο  γάντζος του γλιστράει από τον πάσσαλο στήριξης. Αρχίζει  να κατρακυλάει στην πλαγιά και το κορμί του να χτυπάει στα βράχια. Το  χιόνι πέφτει πυκνό. Περνάει από μπροστά του όλη του η ζωή.Τα αγαπημένα του πρόσωπα. Παγώνει πιο πολύ όταν σκέφτεται ότι δεν έχει πει τα λόγια που θα ήθελε να έχει πει στους αγαπημένους του.
 Ο αέρας δυναμώνει. Ανεμοσούρι γερό έρχεται και νιώθει στο πρόσωπό του να τον χτυπάει δυνατά  ένα σχοινί  σταλμένο από το πουθενά.  Το πιάνει με δύναμη και κρατιέται γερά. Ο δυνατός αέρας μπορεί να τον εκσφενδονίσει στις πλαγιές του  Ολύμπου και εκεί να τον βρουν  την άνοιξη .Αν τον βρουν.
 Τα δευτερόλεπτα που ακολουθούν του φαίνονται αιώνες. Τι θα κάνει εκεί κρεμασμένος από τον γάντζο. Το κρύο όλο και πιο δυνατό. Πόσο θα αντέξει ακόμα. Τα χέρια του παγώνουν.
 Το μυαλό του αρχίζει και του κάνει παιχνίδια.. Αυτές είναι οι τελευταίες σου στιγμές. Μπρος σκέψου ποιες είναι οι επιλογές σου. Πεθαίνεις εδώ από το κρύο ή αφήνεις το σχοινί και κατρακυλάς στη χαράδρα και αντιμετωπίζεις εκ νέου την κατάσταση.
Η χιονοθύελλα δυναμώνει. Προσπαθεί να δει αν μέσα στο λευκό τοπίο ξεχωρίζει κάτι. Αρχίζει να φωνάζει δυνατά μπας και τον ακούσουν. Μάταια. Η πιθανότητα να  τον σώσουν ελάχιστη . Δεν ήταν μέλος γκρουπ . Συνεπώς ποιος να το ψάξει…
Σκέφτεται πως γρήγορα πρέπει να πάρει μια απόφαση αλλιώς….
Θα  μπορούσε ίσως να σκαρφαλώσει όσο έχει ακόμα δυνάμεις προς τα πάνω μπας και καταφέρει να βγει στο καταφύγιο και πάλι. Αδύνατον. Ξαφνικά ακούει μια φωνή μέσα του «άφησε τώρα αμέσως το σκοινί».
Παραίσθηση , ενστικτώδης σοφία , σκέψη επιβίωσης.
Αν αφήσει το σκοινί θα σκοτωθεί. Θα γλυτώσει το μαρτύριο ίσως. Η σύγκρουση αυτή των σκέψεων κρατάει ώρες. Νυχτώνει για τα καλά.
Όχι, δεν θα αφήσει το σκοινί. Κρατιέται καλά. Κοιτάζει πάντα προς τα πάνω.
 Ο υπεύθυνος του καταφυγίου θα τον αναζητήσει το βράδυ, δεν μπορεί… Θα καταλάβει. Εκεί έχει αφήσει το σακίδιό  του .
Την άλλη μέρα το πρωί η Ομάδα διάσωσης τον βρήκε κρεμασμένο και παγωμένο, σχεδόν μισοπεθαμένο. Ακόμα λίγα λεπτά να αργούσαν και θα πέθαινε.
Δεν καταλάβαιναν όμως γιατί πέρασε τη νύχτα κρεμασμένος εκεί όταν  βρισκόταν  σε απόσταση λιγότερη από το ένα μέτρο από το έδαφος….





 «Το μόνο παιχνίδι που ξέρω …είναι το κρυφτό»


" Eyes", Whimsical compositions /coffee art by Giulia Bernardelli

 Ακούω το κλειδί στην πόρτα και μια ταραχή νιώθω. Αυτήν την γνώριμη  που ξέρεις ότι έρχεται καταιγίδα.
Εκείνος προχωράει στην κουζίνα με βαριά βήματα  και σωριάζει στο πάτωμα  τις σακούλες με τα ψώνια λες και ήταν σκουπίδια.
Γκτούπ .
«Φτιάξε μου καφέ»  λέει  με βροντερή φωνή
«Αμέσως . Σε μικρό ή μεγάλο φλιτζάνι»  τον ρωτάω.
«Στο μεγάλο και με καλό καϊμάκι» λέει.
Κάθισε στην πολυθρόνα του και  άνοιξε την τηλεόραση . Η ένταση στην διαπασών
Πόσες φορές δεν του ζήτησα να μην την βάζει τόσο δυνατά. Με ενοχλεί ο θόρυβος.
 Μάταια  .
Αυτός είναι ο  κυρίαρχος εδώ μέσα. Εγώ το υπηρετικό προσωπικό .Και όμως υπήρξε γάμος.
Ένας μήνας το πολύ να κράτησαν τα προσχήματα της συντροφικής ζωής.
«Κάνε υπομονή κόρη μου, έλεγε η μητέρα του. Πάντα φωνακλάς ήταν από παιδί. Αλλά είναι καλός. Θα σε συνηθίσει. Του ήρθε απότομα η εγκυμοσύνη σου. Δεν ξέρει  πώς να τα βολέψει»
Ύστερα ήρθε η αποβολή. Νέος  πάγος ανάμεσα μας. Προσπάθειες και πάλι για νέο παιδί. Αποβολή και πάλι .Πέντε αποτυχημένες προσπάθειες
Η πεθερά μου πέθανε χωρίς να δει εγγόνι από το μοναχοπαίδι της.
Εκείνος έριχνε όλο το φταίξιμο σε μένα. «Έχεις πρόβλημα» έλεγε.
Μια δυο φορές που τόλμησα να του πω ότι οι γιατροί λένε ότι είναι ψυχολογικό το πρόβλημα μου και ότι η υγεία μου είναι καλή  έβαλε τις φωνές  και μου είπε ότι αυτή είναι η μοίρα μας. Να ζήσουμε άκληροι. Να το αποδεχτούμε. Δεν θα ζήσουμε το όνειρο του γονιού.
Γρήγορα βρεθήκαμε σε χωριστές κρεβατοκάμαρες 
Στις επτά το πρωί έφευγε για το καφενείο  που είχε κληρονομήσει από τον πατέρα του και γύριζε το βράδυ . Συχνά άλλαζε το προσωπικό στο καφενείο και ήταν σχεδόν πάντα νευριασμένος. Καμία ευχαρίστηση από την εργασία του. Μουρμούρα για το ΤΕΒΕ που ακριβαίνει , για τους μισθούς του προσωπικού.
Πόσες φορές του ζήτησα να πηγαίνω και εγώ να τον βοηθάω γιατί   με κυρίευε  η πλήξη. Όχι. Όχι. Ήταν η απάντησή του.
«Η θέση της γυναίκας είναι στο σπίτι. Το νοικοκυριό είναι η μόνη σου υποχρέωση»  έλεγε.
 Η κατάσταση βάραινε μέρα με τη μέρα όταν έκλεισε το καφενείο λόγω συνταξιοδότησης.
Ένας σύντομος περίπατος στη γειτονιά όλος και όλος. Μετά  για ώρες στην τηλεόραση.
Όταν ήταν κλειστή σιωπή σε όλο το σπίτι. Συζήτηση καμμία.

 Έφτιαχνα τον τρίτο καφέ σήμερα για κείνον. Μια μόνιμη γνώριμη ταχυπαλμία  ένιωθα. Να κάνω τον καφέ αθόρυβα μην τυχόν και τον εκνευρίσω.  Ο κόμπος στο λαιμό μόνιμος. Τα χείλια σφραγισμένα μην τυχόν ξεφύγει καμιά λέξη και τον εκνευρίσει.
Το μόνο παιχνίδι που ξέρω από παιδί- καλά -είναι το κρυφτό.
Του πάω τον δίσκο με τον καφέ. Στην πρώτη ρουφηξιά λέει. 
«Χάλια τον έκανες τον καφέ . Φτιάξε άλλον. Ούτε έναν καφέ δεν μπορώ να πιώ εδώ μέσα όπως τον θέλω»
Μαζεύω το φλιτζάνι και ένα δάκρυ κυλάει στο μάγουλό μου. Το βλέπει.
«Καφέ κηδείας πίνουμε εδώ μέσα. Γιατί κλαις .Σε ταλαιπωρούμε και από πάνω. Φεύγω πάω να πιώ έναν καφέ έξω» είπε και βρόντηξε την πόρτα πίσω του.
Πήγα στην κρεβατοκάμαρά του και άνοιξα την ντουλάπα του. Κοπάναγα τις πόρτες  και μέτραγα μέχρι το δέκα. Να έτσι θα φύγει ο θυμός. Αμέτρητες φορές το είχα κάνει.
Όμως σήμερα δεν έφευγε .
Είσαι θύμα .Είσαι θύμα άκουγα μια φωνή στο κεφάλι μου. Χαράμισες την ζωή σου.
 Πενήντα  χρόνια περίμενες να αλλάξει.  Δεν άλλαξε.
 Η ζωή τραβάει το δρόμο της το βλέπω αλλά…..
….εγώ λείπω…
  Νεκροί  είναι και αυτοί που ζουν χωρίς αγάπη , μονολόγησα.



Η Μαρία Λιάκου   γεννήθηκε το 1960.Σπούδασε Βρεφοκομία και  Κοινωνική Εργασία.Εργάστηκε ως Κοινωνική Λειτουργός στον Ελληνικό Ερυρθρό Σταυρό.
Έχει εκδόσει το 2014 μια συλλογή διηγημάτων με τίτλο «ΜΙΚΡΕΣ ΑΠΩΛΕΙΕΣ»  εκδόσεις ΟΣΤΡΙΑ και τον Ιούνιο του 2015 εκδόθηκε το βιβλίο της «Οι Αφετηρίες»,  νουβέλα,εκδόσεις Vakxikon .gr
Διηγήματά της έχουν δημοσιευτεί σε Λογοτεχνικά περιοδικά και στον τύπο.                

2 σχόλια: