Κυριακή 6 Δεκεμβρίου 2015

Γιώργος Χουλιάρας

Πηγή:http://www.translatum.gr/forum/index.php?topic=14885.msg620851#msg620851
Ευχαριστώ την Βίκυ Παπαπροδρόμου



Γιώργος Χουλιάρας, Αυτό που περισσεύει

[Από την ενότητα Επίγραμμα]

Στο τέλος όλα κρίνονται, του λένε.

Τη μάνα του όμως θυμάται
να τον κυνηγά μικρό
Έπειτα μέρες γιορτών
το πήγαινε έλα των μεγάλων σε δωμάτια στολισμένα
Μια εποχή που πλάταιναν οι δρόμοι
                                    από τα έξοχα σούρτα φέρτα
των κοριτσιών στις εκδρομές
Τότε που ο κόσμος ακόμη μάθαινε γράμματα
καλλιεργώντας τα ονόματα των φυτών

Ενώ εκείνος στην πυκνή φυλλωσιά των σελίδων
όπου κρυβόταν αποκλείοντας τον ήλιο
μια φράση ανακάλυψε που τον συνεπήρε
και κύλησε μαζί της γλιστρώντας
στις αγέραστες ρυτίδες λευκής κολόνας
τυλιγμένης στο αρχαίο αμπέλι
που για να σώσει την σταφίδα του
                                    με πολλές στροφές ζάρωσε
την ευθεία παλαιάς εθνικής οδού

Στριφογυρίζοντας ακόμη πάνω της
και όσο κινδύνευε να χαθεί
τόσο πιο κοντά της ερχόταν

Χρόνια υπόγεια πλημμυρισμένα στόματα
σε πνιγηρό αέρα αδιαφορώντας
για μια θάλασσα ανάλατη από τις βροχές
καθώς ακατανόητα απομακρύνθηκαν φίλοι
που ευλογία ή κατάρα τούς πήρε την φωνή
και λέξεις ξένες φύτρωσαν στην γλώσσα τους

Ύστερα μέρες ανιαρές, ανίατες
                                    αναπηρίας και δόξας
Στο τέλος, του λένε, τότε όλα κρίνονται
όμως εκείνος θυμάται την αρχή
και τα καθέκαστά της

Ας ξέχασε όσα διάβασε
σε πρόσωπα ανεξίτηλα ή βιβλία
και αν έγραψε, τα όσα το '30
                                    η γενιά του έγραψε
κάτω από πέτρες που ανασήκωσε
σκαλίζοντας το ξεραμένο αμπέλι
αναζητώντας μία γραφή πιο υγρή
δροσερότερη από το νερό

Πού επομένως βρίσκεται, στο τέλος ή στην αρχή
                                    αυτό που περισσεύει
και σε ποιον ανήκουν όσα θυμάμαι
                                    τα λίγα αυτά τα λόγια

Από τη συλλογή Γράμμα (1995)



Γιώργος Χουλιάρας, Η πάνω πόλη

[Από την ενότητα Του μάγερα]

Το μυρωδιόφωνο έπαιζε παλιές αξέχαστες ευωδίες
Χιλιάδες παιδιά πλημμύριζαν τις σελίδες του δρόμου
Κόκκινες μπάλες σκαρφάλωναν ορμητικά τους τοίχους
Οι γειτονιές ταξίδευαν πάνω σε στρώματα βασιλικού
γαρυφαλλιάς παπλώματα και γινωμένα ρόδια
Σκλαβώνει ένοπλη η μνήμη την νεκρή ζωή
Φωνές, μυρίσματα, τρεχαλητά, τσιμπήματα και πάρε-δώσε
Όμως καθώς ο καιρός υφαίνει τα νομίσματά του
καθώς ο καρπός μελετά την ωρίμανσή του
και ο μοχθηρός μπακάλης καιροφυλακτεί και τρέμει
όσους ταΐζει ο μάγερας το νόστιμο φαΐ
Έτσι
χαλά η βελονιά στο παλιοΰφασμα του χρόνου
σπάει η πετονιά, το δόλωμα δεν πιάνει
σαπίζει η μαύρη η μηλιά μέσα στα παραμύθια
και μόνοι μας πια πρέπει να απαιτήσουμε
τις δικές μας μυρουδιές

Από τη συλλογή Δρόμοι της μελάνης (2005)



Γιώργος Χουλιάρας, Εκκλησίες

[Από την ενότητα Πόλη γραφέων]

Από ψηλά ξετυλίγονται χειρόγραφα
λόγια στην αρχή και έπειτα κείμενα
ψηφιδωτά στην πέτρα των συμφώνων
τοιχογραφίας με φωνήεντα διαφανή
παράθυρα όπου διαθλάται το φως
εμφυσώντας ανάσες πνεύματος
όσων πιστεύουν στο αμετάβλητο
των ρημάτων που εντειχίζονται
την τύχη των υποκειμένων
αχειροποίητα προσανατολίζοντας
μια πομπή λέξεων προς τα πάνω

Από τη συλλογή Δρόμοι της μελάνης (2005)




Γιώργος Χουλιάρας, Μολύβι στο ψωμί (4)

[Από την ενότητα Μολύβι στο ψωμί]

4

Το πώς φτιάχνεται το ψωμί
                 δεν είναι άλλη ιστορία

Επειδή στις λέξεις
φανερώνουν τις επιθυμίες τους τα πράγματα
τα υλικά του δεν πειράζει
αν δεν είναι πάντοτε απολύτως αγνά
Αρκεί να υπάρχει καλή μαγιά
γιατί αλλιώς καθόλου δε φουσκώνει

Για να ψηθεί
απορροφά θερμότητα από ξύλο και κάρβουνο
ηλεκτρισμό και κάθε υλικό
που ξοδεύεται στο κρύο
Κάποτε είναι πολύ νόστιμο
κάποτε μετά βίας θυμίζει την καταγωγή του

Την πιο μεγάλη σημασία όμως έχει
-πράγμα που καθορίζει αν το ψωμί είναι καλό
κι αν το ψωμί είναι ψωμί-
το αν και ποιον χορταίνει
Το πώς τρώγεται
είναι σε όλους γνωστό

Έτσι μαθαίνουμε τι είναι ψωμί:
τρώγοντας

Από τη συλλογή Ο θησαυρός των Βαλκανίων (1988)




Γιώργος Χουλιάρας, Ο μάγερας

[Από την ενότητα Του μάγερα]

Γεμάτος φαγητά ο νους του
το ένα του χέρι γύρισε κουτάλι
οπλοφόρο που ανασκαλεύει
αδυσώπητα το σκοτεινό τσουκάλι
καρυκεύοντας οξύτατα τα μάτια του
με συνταγές περίφημες
πηχτή η φασολάδα ξεπερνά
την συνωμοσία των μπαχαρικών
σκάζει στις μυρουδιές η γλώσσα του
από ωραία και τρανά φαγητά
μόσχο, ροδόνερο και θυμαράκι
στο προσκλητήριο του ποιος αργεί
όταν μαγειρεύει στο λευκό το κόκκινο
το μαγαζί του μέσα
τούτος εδώ ο μάγερας του κόσμου

Από τη συλλογή Δρόμοι της μελάνης (2005)


Ευανθία Ρεμπούτσικα & Dilek KoçBaharat, tarçin ve buse (Μπαχάρι, κανέλλα και φιλί)
(τραγούδι: Dilek Koç / δίσκος: Πολίτικη κουζίνα (2003))


Γιώργος Χουλιάρας, Οι μυρουδιές

[Από την ενότητα Του μάγερα]

Μεγάλες, τεράστιες πέτρες
που ανοίγουνε θεόρατες τρύπες
στα όνειρα των ποιητών
Ωστόσο
χαραμάδες θυμίζουνε που μπάζουν
τις μυρουδιές κάτω από τις πόρτες
των μαγερειών τού κόσμου

Από τη συλλογή Δρόμοι της μελάνης (2005)



Μιλτιάδης ΠασχαλίδηςΨωμί κ' εφημερίδα (δίσκος: Ψωμί κ' εφημερίδα (2007))


Γιώργος Χουλιάρας, Μολύβι στο ψωμί (11)

[Από την ενότητα Μολύβι στο ψωμί]

11

Και τώρα όπως σας μιλώ
μην τα μπερδεύετε τα λόγια μου
κι ας είναι φαγωμένα από τις πεινασμένες
λόγχες ενός αχόρταγου σταριού

Αν πάλι βαθιά μέσα στο φόρεμα του κόσμου
κουβάρι τυλίχτηκε η φωνή μου
βρείτε την άκρη της
το ένα και ω μέγα
είναι δικό σας ρούχο το κορμί
δε μου ανήκει

Γιατί κι αυτός που πολεμάει να σταθεί
ανάποδα στα αιχμηρά μολύβια της γλώσσας
χωρίς να βουλιάξει
στη φουσκωμένη κοιλιά των αρτοφάγων θεατών
ισορροπεί επικίνδυνα
πάνω σε μια φέτα ψωμί

Από τα ψίχουλα των λέξεων
προβάλλει αδιάφορα η τύχη μιας εικόνας
που γίνεται εικόνα της τύχης του
και κυματίζει φευγαλέα στις άγραφες οθόνες
υπαιθρίων κινηματογράφων
που έσβησαν στο φως της μέρας

Δεν μιλώ λοιπόν
Όχι για να χορτάσετε με τις λέξεις μου
Όχι στο μολύβι το ψωμί
                 – προσέξτε

Από τη συλλογή Ο θησαυρός των Βαλκανίων (1988)


Γιώργος Χουλιάρας, Κήποι βιβλιοφίλων

[Από την ενότητα Πόλη γραφέων]

Φυσικά προχωρεί μόνη της
η φωτοσύνθεση βιβλίων
στα φύλλα τους οξειδώνοντας
φωτισμένες πράσινες λέξεις
που αποπέμπουν στο σκοτάδι
διοξείδιες αναμνήσεις
του άνθρακα μιας ζωής
που κάποτε άνθισε
στις καλλιέργειες του λόγου

Από τη συλλογή Δρόμοι της μελάνης (2005)




Γιώργος Χουλιάρας, Εξορία της ξηράς

[Από την ενότητα Κλασική κουζίνα]

Με βασανίζουνε προθέσεις και υποθέσεις
Στην γλώσσα βάζω αρώματα, τα ρήματα μοσχοβολούν
Τα μάτια βάφω άδικα με τις μπογιές
Κανείς τους δεν με βλέπει πια
Στο σπίτι μένω έγκλειστη, δεν βγαίνω
Δεν έχει θάλασσα εδώ να δω, στον ξένο τόπο

Σε πλοίο σώθηκα όταν ταξίδευα κυνηγημένη
Μέσα στους ναύτες, την ναυτία, τα ναυτικά
Όπου σταμάτησα υπήρχαν Έλληνες
Δικοί μας άνθρωποι που αγαπούνε τα νερά
Δεν τους ζαλίζει όμως η στεριά
Εύκολα παίρνουνε το χρήμα στον λαιμό τους

Μακριά από τη θάλασσα τώρα χάνομαι
Σε κύματα φωνές
Στα δάκρυα χώνομαι φωνάζοντας, θυμάμαι
Πριν φύγεις, σε παρακαλώ, τράβηξε το σεντόνι
Κλείσε την πόρτα ήσυχα, μη με ξυπνάς
Ούτε να με θυμάσαι

Δεν ξέρω άλλο τι να πω, αν πνίγομαι,
Γιατί εδώ δεν έχει θάλασσα
Αλλά κι η θάλασσα δεν έχει εδώ

Από τη συλλογή Δρόμοι της μελάνης (2005)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου