Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα MARIO ANDREA RIGONI. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα MARIO ANDREA RIGONI. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη, 22 Φεβρουαρίου 2018

Mario Andrea Rigoni "Πλατωνικοί στοχασμοί" [1]


William Blake, The Spirit of Plato Unfolds His Worlds to Milton in Contemplation 

Στη σκέψη του Πλάτωνα εμφανίζεται –συγκρατημένη και αποδοκιμασμένη, όμως γι’ αυτό όχι λιγότερο σαφής και ισχυρή– η εικόνα όσων το πεπρωμένο της Δύσης, πάνω από δύο χιλιετίες μετά, θα αποκάλυπτε ως την ίδια την ουσία της νεωτερικότητας.
    Στις απαρχές της ιστορίας, ο Πλάτων είχε ήδη συμπεράνει το έσχατο πεπρωμένο όταν διατύπωνε, στην έβδομη και ένατη υπόθεση του Παρμενίδη, τον συλλογισμό σύμφωνα με τον οποίο «αν το Εν δεν υπάρχει, τότε τίποτα δεν υπάρχει». Μάλιστα θα μπορούσαμε να πούμε ότι όλος ο τεράστιος θεωρητικός του αγώνας υπακούει ακριβώς στο καθήκον να εξουσιάσει την τρομακτική άβυσσο τού «τότε τίποτα δεν υπάρχει», και ότι ο κόσμος του Ενός και των Ιδεών που προέκυψε αποτελεί το υπέρτατο και μοναδικό εφικτό καταφύγιο το οποίο ανεγέρθηκε από έναν νου που είχε διερευνήσει, όπως κανείς άλλος στην αρχαιότητα, τον «άπειρο ωκεανό της ανομοιότητας» μες στον οποίο ο κόσμος κινδύνευε να βυθιστεί παντοτινά.
    Αυτός ο ωκεανός, όπου εμφανίζονταν τα φαντάσματα των εικόνων χωρίς τα πράγματα, των αντιγράφων χωρίς τα πρωτότυπα, των ομοιωμάτων χωρίς αλήθεια, έγινε ο κόσμος όπου ζούμε.
*
«Αφού αφανίστηκαν οι πλατωνικές μορφές που προϋπήρχαν των πραγμάτων, αφανίστηκε ο Θεός» (Leopardi, Zibaldone di pensieri).
*
Οι μεγάλοι στοχαστές είναι όλοι σύγχρονοι μεταξύ τους, και ανακαλεί ο ένας τον άλλον λόγω μιας φανταστικής φιλίας ή έχθρας, πέρα από τους αιώνες και τις χιλιετίες. Θα λέγαμε πως ο Πλάτων δεν έπαψε να σκέφτεται τον Nietzsche και πως εναντίον αυτού συνέλαβε τη θεωρία των Ιδεών.
*
Ο πλατωνισμός – ίσως η ωραιότερη ψευδαίσθηση του αρχαίου κόσμου, μάλλον η ωραιότερη ψευδαίσθηση που πόθησε ποτέ ο κόσμος.
*
Ο Αριστοτέλης φαντάζει πολύ πιο μακρινός από τον Πλάτωνα, τον δάσκαλό του, απ’ ό,τι η χρονολογία επιτρέπει να υποθέσουμε. Αν ο ένας, με τη λακωνική τεχνική επιχειρηματολογία του, αποκρύπτει όλα όσα είναι αίνιγμα κάτω από το παραπέτασμα του «οικείου» και του «γνωστού», ο άλλος, που ανήκει ιδεατά στις μεγάλες απαρχές, μας αφήνει να δούμε το άγριο χτύπημα της τάξης με τη δύναμη, τη φοβερή σύγκρουση της αλήθειας με τη γλώσσα και όλα τα ξόρκια που κάνει ο λόγος ενάντια στην αρχέγονη αδυσώπητη δαιμονία. Διαφορετικά απ’ ό,τι συμβαίνει στον Αριστοτέλη, στον Πλάτωνα η σκέψη παραμένει ακόμη ένας ίλιγγος που πρέπει να δαμαστεί.
*
Η ιδιαιτερότητα του Πλάτωνα είναι ότι βλέπει τη διττή όψη των πραγμάτων: ένας Ιανός που κοιτάζει προς αντίθετες κατευθύνσεις. 
*
Η τέχνη είχε για τον Πλάτωνα τη δαιμονιακή ιδιότητα του καθρέφτη: απροσδιόριστη και ουδέτερη εικονικότητα, χωρίς ταυτότητα εφόσον δεν είναι τίποτα και, ακριβώς γι’ αυτό, μπορεί να αναπαράγει τα πάντα, αντανακλά έναν κόσμο παρόμοιο με τον κόσμο από κάθε άποψη, εκτός από το ον. Τέτοιας φύσης ήταν και η δραστηριότητα του Σοφιστή: ο «πανούργος γητευτής», εκείνος που κρύβεται στο «σκότος τού μη όντος». Συνεπώς, δεν υπάρχει τίποτα το παράξενο στην πλατωνική καταδίκη της τέχνης: προβάλλοντας τα πράγματα στη φαντασμαγορία των εικόνων, η τέχνη εισάγει σε όλα όσα υπάρχουν την υποψία της μη πραγματικότητας, δείχνει τον κόσμο χωρίς θεμέλιο.    
*
«Αγαπητέ Φαίδρε, αυτό το τρομερό που υπάρχει στη γραφή είναι επίσης το γεγονός πως στ’ αλήθεια μοιάζει πολύ με τη ζωγραφική. Και πράγματι, τα όντα που παράγει η ζωγραφική εγείρονται σαν να ήταν ζωντανά: αν όμως τους απευθύνεις κάποια ερώτηση, αντιτάσσουν μια επιβλητική και απόλυτη σιωπή» (Φαίδρος).  
    Η ιδιότητα του αισθητικού συνίσταται στην επίδειξη μιας απολιθωμένης ύπαρξης, ενός νεκρικού κόσμου˙ η παραισθητική αίσθηση ανοίκειου που νιώθουν τα όντα που κοιτάζουν και μιμούνται τη ζωή πέρα από τη ζωή. Σήμερα η τέχνη έχει χάσει στα μάτια μας τη συνταρακτική δύναμή της, ωστόσο ορισμένες σύγχρονες εκφράσεις πετυχαίνουν ακόμη ανάλογα αποτελέσματα. Κάποιες δημιουργίες του αμερικανικού υπερρεαλισμού, εκείνα τα γύψινα αγάλματα που κάθονται σε παγκάκι ή προβάλλουν από μια πόρτα, οι τελείως αληθοφανείς –από το δέρμα έως τα ρούχα– κούκλες, στις οποίες ο αφηρημένος επισκέπτης θα μπορούσε μέχρι και να απευθύνει τον λόγο˙ αυτές οι σκηνές ταριχευμένης ζωής, σε μια υπνωτική ακινησία, μεταδίδουν ένα σοκ που ανήκει στην πρωταρχική εμπειρία της τέχνης, ένα σοκ ακριβώς πλατωνικό.
*
Το πένθιμο αίνιγμα της εικόνας σε μια δήλωση του Nicolas de Staël, σχετικά με τα πορτρέτα της συζύγου του: «Επί χρόνια έφτιαχνα πορτρέτα της Jeannine… Κοιτώντας τα, αναρωτιόμουν: Τι ζωγράφισα; Έναν νεκρό που ζει ή έναν ζωντανό που πέθανε; Έτσι, σιγά-σιγά, ένιωσα αμηχανία να ζωγραφίσω ένα πρόσωπο που θα της μοιάζει».
*
Αν ο Πλάτων μπορούσε να γνωρίσει τον κινηματογράφο, θα πέθαινε από τρόμο.
*
«Αγαπητέ φίλε, θα πράξουμε όπως οι εραστές που, πεπεισμένοι για την καταστροφή που προκαλεί το πάθος τους, απομακρύνονται, έστω και με δυσκολία. Έτσι και εμείς» (Πολιτεία).
    Η άρνηση, ήδη από την αρχή, πηγή και κανόνας της δυτικής συμπεριφοράς. Οι άνθρωποι θα έπρεπε να είναι, σύμφωνα με τη μεταφορά των Νόμων, μαριονέτες της λογικής.
*
Ο Πλάτων ως πρώτη και ανώτατη υγειονομική αρχή της σκέψης. Αυτός επινόησε το εμβόλιο της διαλεκτικής κατά του φοβερού αισθητικού ιού που μεταδόθηκε από τον Γοργία.
*
Τα φαντάσματα εναντιώνονται στην τάξη, στην εργασία, στην ιστορία, είναι ανώφελα ή απειλητικά. Γι’ αυτό κάθε επανάσταση, όπως κάθε κοινωνία που βασανίζεται από την πολιτική, θα αντικρίσει καχύποπτα την τέχνη ή, ούτε λίγο ούτε πολύ, θα την εξορίσει. Η εκδίωξη του καλλιτέχνη από την Πόλη είναι χειρονομία που επαναλήφθηκε ακόμη και στην πρόσφατη ιστορία. Ο Zhdanov ήταν ένας πλατωνικός.
*
Παρά το υπέρτατα μεταφυσικό περιεχόμενο και ύφος, στον Πλάτωνα δεν υπάρχει ούτε μία φράση που να μην πηγάζει από το πιο άμεσο, έντονο και δραματικό απτό στοιχείο της ύπαρξης, της ιστορίας, της τέχνης, του ατόμου και της Πολιτείας. Στην πραγματικότητα, ο Πλάτων μιλάει στην ψυχή και στο σώμα, και γι’ αυτό τον λόγο το έργο του δεν παύει ούτε θα παύσει ποτέ να είναι επίκαιρο, να σαγηνεύει και να συνταράζει. Αντιθέτως, με τον Αριστοτέλη, πνεύμα πολύ πιο θετικό, η σκέψη δεν βρίσκει το αντικείμενό της, χάνει κάθε ζωτικό ενδιαφέρον, γίνεται μια αφηρημένη και έμμεση άσκηση, αφοσιωμένη στο σύστημα και στον ακαδημαϊσμό.
*
Αν ο έρωτας είναι αληθινός, δεν πεθαίνει...
    Μέχρι και αυτή η αντίληψη, βγαλμένη από τραγουδάκι ή από κουτί με σοκολατάκια, δεν θα ήταν δυνατόν να εξηγηθεί εν τέλει χωρίς τον Πλάτωνα. 
*
Δεν πιστεύουμε πια στις Ιδέες, σε εκείνες με ιώτα κεφαλαίο και, συνεπώς, ούτε σε εκείνες με ιώτα πεζό. Τι απομένει λοιπόν από τον Πλάτωνα; Μένει το μεταφυσικό μυθιστόρημά του˙ μένουν επίσης όλα όσα είχε φοβηθεί, απορρίψει και καταδικάσει, χωρίς όμως να σημαίνει ότι δεν τα είχε κατανοήσει και περιγράψει με τόσο θαυμάσιο τρόπο.
*
Τι αποδεικνύει η επικαιρότητα των πλατωνικών εφιαλτών καλύτερα απ’ ό,τι η σύγχρονη βιολογία – εργαστήριο του υβριδίου, κυκεώνας του αντίγραφου στη ζώσα πραγματικότητα;
*
Ο Joubert πιστεύει ότι τον Πλάτωνα «πρέπει να τον αναπνεύσουμε, θα λέγαμε, και όχι να τραφούμε από αυτόν»˙ και ότι για να τον κατανοήσουμε και να τον αντέξουμε, «οι λέξεις με τις οποίες μεταφράζεται θα έπρεπε να έχουν για εμάς τη διφορούμενη έννοια που είχαν οι δικές του για τους αναγνώστες και τους ακροατές της εποχής του».
*
Μόνο ο Leopardi, μόνο ένας υλιστής που δεν ένιωθε να είναι από εδώ κάτω («ο κόσμος δεν μου φαίνεται φτιαγμένος για μένα», έγραψε κάποτε στον αδερφό του Carlo), μπορούσε να δημιουργήσει εκείνο το θαύμα αιθέριας ομορφιάς που είναι η ωδή Alla sua Donna, πιθανόν ο υψηλότερος φόρος τιμής που έγινε στον Πλάτωνα από έναν σύγχρονο αντιπλατωνιστή.
*
«Αφηγείται λοιπόν ο θρύλος πως κάποτε τα τζιτζίκια ήταν άνθρωποι, πριν από τη γέννηση των Μουσών: ύστερα, όταν γεννήθηκαν οι Μούσες και εμφανίστηκε το τραγούδι, μερικοί από αυτούς τους ανθρώπους αποξενώθηκαν σε τέτοιο βαθμό από την απόλαυση που, εξαιτίας του τραγουδιού, αμελούσαν να φάνε και να πιουν και, χωρίς να το αντιληφθούν, πέθαιναν. Αργότερα, από αυτούς προήλθε το γένος των τζιτζικιών, που απέκτησε από τις Μούσες το προνόμιο να μην έχει, αφότου γεννηθεί, καμιά ανάγκη για τροφή, αλλά να αφιερωθεί αμέσως στο τραγούδι, χωρίς να τρώει ή να πίνει, μέχρι να πεθάνει, και να πάει έπειτα στις Μούσες για να αναγγείλει αν εδώ κάτω κανείς τις τιμά, και ποια ιδιαίτερα» (Φαίδρος).
    Σε αυτόν τον σαγηνευτικό μύθο –πρωταρχικό μύθο, όχι παράγωγο– ο πιο αδιάλλακτος μοραλιστής της ιστορίας της σκέψης αποκαλύπτει ότι είναι βαθιά συνένοχος με όσους κρατούν τον θύρσο, φαίνεται να έχει και αυτός το πόδι του τράγου. Μπορεί κανείς να συλλάβει κάτι πιο διονυσιακό από το να πεθαίνεις από τραγούδι;
*
Φαίνεται πως ο Πλάτων δεν κατανοήθηκε καθόλου από τους μαθητές του. Άλλωστε, ελάχιστα ανησυχούσε για την ορθόδοξη ερμηνεία της σκέψης του: να μια απροσδόκητη ιδιομορφία που προσθέτει περισσότερο μεγαλείο στο μεγαλείο του. 
*
Η γραφή σαν «κήπος του Αδώνιδος».
    Άνθος αφύσικο, εφήμερο, τεχνητή λάμψη.
*
Ο Joubert, πνεύμα συνήθως τόσο εκλεπτυσμένο, με ιδιαίτερη αντιληπτικότητα, παρατηρεί πως «ο πλατωνισμός χωρίς τον Πλάτωνα είναι ανυπόφορος», σε αυτή την περίπτωση όμως κάνει λάθος: απεναντίας, είναι αλήθεια πως μέχρι και στους πιο αδύναμους επιγόνους διατηρείται, λόγω της ίδιας της δύναμής του, κάτι από τη charme του οράματός του. Ανάμεσα στους ιδρυτές φιλοσοφιών και θρησκειών είναι λίγοι εκείνοι που, όπως ο Πλάτων, δεν χρειάζεται να ντρέπονται για την παράδοση την οποία γέννησαν.
*
«Από τα πολιτεύματα θα είναι ορθό, μάλιστα θα είναι το μοναδικό αληθινό πολίτευμα, εκείνο όπου οι άρχοντες θα κατέχουν τη γνώση πραγματικά και όχι απλώς επιφανειακά, και είτε κυβερνούν σύμφωνα με τους νόμους είτε χωρίς αυτούς, είτε με τη συναίνεση είτε με την εναντίωση των υπηκόων, σε πλούτη ή φτώχεια, τίποτε απ’ όλα αυτά δεν πρέπει να θεωρηθεί πως έχει την ελάχιστη σχέση με έναν ορθό ορισμό της εξουσίας. […] Και αν αυτοί οι άνθρωποι σκοτώσουν κάποιον ή εξορίσουν άλλον με σκοπό την κάθαρση της Πολιτείας, αν μειώσουν τον πληθυσμό στέλνοντας σε κάποια μέρη αποίκους κατά σμήνη μελισσών, ή τον αυξήσουν παραχωρώντας την ιδιότητα του πολίτη σε άλλους που ήρθαν απέξω, αρκεί να ενεργούν βάσει γνώσης και δικαιοσύνης, προσπαθώντας να σώσουν την Πολιτεία και να την καταστήσουν, από χειρότερη που ήταν, την καλύτερη δυνατή, σε τέτοια περίπτωση και με τέτοιους όρους, αυτό το πολίτευμα θα είναι για μας το μόνο ορθό» (Πολιτικός).
    Αυτές οι λίγες γραμμές πανικοβάλλουν είτε επειδή φανερώνουν, ανήκουστα πρόωρα, την ουσία του πολιτικού προβλήματος στην αντίθεση ανάμεσα στην Ιδέα και το γεγονός, στην αλήθεια και την εξουσία, στη νομιμοποίηση και τη νομιμότητα, και θεσπίζουν, για πρώτη φορά στην ιστορία της σκέψης, την έννοια και το δικαίωμα της «επανάστασης»˙ είτε επειδή μοιάζουν, και όντως είναι, σκέτος Machiavelli, με τη διαφορά ότι ενώ αυτός δικαιολογεί τη βία και το έγκλημα στο όνομα του συμφέροντος της Πολιτείας, ο Πλάτων τα νομιμοποιεί στο όνομα του ίδιου του Αγαθού και της Δικαιοσύνης.
    Ο Πλάτων – ένας ιδεαλιστικός Machiavelli, ένας Machiavelli της αγιότητας, ωστόσο η τραγωδία της πολιτικής δεν αλλάζει!      
*
Ήδη στην Πολιτεία υπάρχει αυτή η ανήθικη, σατανική ανάγκη: το δικαίωμα των αρχόντων να «ψεύδονται για το συμφέρον της Πολιτείας»…
*
Γνωρίζουμε πως το πολιτικό πείραμα που επιχείρησε ο Πλάτων με τον Διονύσιο Β´, τύραννο των Συρακουσών, απέτυχε οικτρά: ένα πικρό μάθημα, αλλά για μας πολυτιμότερο από μια επιτυχία.
*
Πρέπει να επαναληφθεί αδιάκοπα ότι ο πλατωνικός ιδεαλισμός απέχει από το να ανταποκρίνεται σε ένα απλοϊκό ή διαστρεβλωμένο όραμα. Όντως, αναζητά την ατμόσφαιρα του παραδείσου, μα αναδύεται, δίχως να το κρύβει, μέσα από μια θειούχα θάλασσα.
*
Έχουμε εμπειρία μόνο του γίγνεσθαι και μιας μονάχα κατεύθυνσης στο εσωτερικό τού γίγνεσθαι: της φθοράς, της παρακμής και τελικά του εκμηδενισμού των πάντων. Δεν υπάρχει όμως καμία λογική αιτία που επιτρέπει να αποκλείσουμε μια αντιστροφή της ροπής. Σε μια συγκεκριμένη στιγμή, εξαιτίας μιας κοσμικής επανάστασης, της οποίας σαφώς δεν μπορούμε να προσδιορίσουμε την πιθανότητα, ούτε καν το πότε επίκειται να συμβεί ή τις διαστάσεις της, όλα θα μπορούσαν να αρχίσουν να κινούνται αντίστροφα, ο χρόνος να κυλάει προς τα πίσω, το γίγνεσθαι ανάποδα… Είναι η προοπτική που εξετάζει η σύγχρονη Φυσική και που προβλέφθηκε πριν είκοσι τρεις αιώνες στον μύθο του Πολιτικού: «στους γέρους τα λευκά μαλλιά άρχιζαν να μαυρίζουν˙ σε εκείνους που είχαν πολλά γένια, τα μάγουλα γίνονταν ξανά άτριχα και επανέφεραν τον καθένα στο άνθος της ηλικίας του˙ τα εφηβικά σώματα γίνονταν όλο και πιο λεία και μικρά από μέρα σε μέρα και από νύχτα σε νύχτα, επέστρεφαν στην κατάσταση του νεογέννητου, και η ψυχή τους προσαρμοζόταν εξίσου καλά με το σώμα˙ από εδώ, σταδιακά έφθιναν και κατέληγαν να εξαφανιστούν εντελώς». Σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο, όλα θα οπισθοχωρούσαν˙ αντί να κλίνουν προς τον θάνατο, όλα θα επανέρχονταν στη γέννηση. Επομένως προς τη σωτηρία; Όχι. Προς έναν καταγωγικό θάνατο.   
*
Παρά τη μεγαλειώδη εργασία της αφαίρεσης που επιτεύχθηκε από το σύστημά του, ο Hegel είναι από τους ελάχιστους που κατόρθωσαν να συλλάβουν την πραγματικότητα με «πλατωνική» δύναμη και ακρίβεια. Και στην περίπτωσή του επίσης, όπως για τον Αθηναίο φιλόσοφο, ισχύει ο ακόλουθος κανόνας ανάγνωσης: να κομματιάζεις την κορνίζα ώστε να ελευθερωθεί ο άγριος πλούτος και η αλήθεια του πίνακα.       
*
Ενίοτε ειπώθηκε ότι ο Πλάτων προαναγγέλλει τον Χριστιανισμό. Δεν υπάρχει όμως σε αυτόν τίποτε από τον ιουδαϊκό κυκεώνα: ο κόσμος έπρεπε να βρει λύτρωση στις μορφές, όχι στην πίστη… 
*
Προσπαθώντας να λυτρώσει τον κόσμο από το maelstrom της δύναμης, ο Πλάτων επινόησε μια αλήθεια, μάλλον: την αλήθεια. Αλλά τότε συνέβη ένα περίεργο φαινόμενο: για να επιβληθεί στη δύναμη, η οποία δεν υπακούει στη λογική, για να πραγματοποιηθεί και να διατηρηθεί στην ιστορία, η Ιδέα δεν είχε –ύψιστη ειρωνεία– άλλο μέσο από το να προσφύγει και αυτή στη δύναμη, και έτσι προκλήθηκαν νέες, ατελείωτες καταστροφές.
*
Το Ένα –από τον Πλάτωνα ώς τον Hölderlin– είναι η μοναδική, υπέρτατη επιδίωξη. Αν όμως όλα ήταν Ένα, τίποτα πια δεν θα κινούνταν, μάλλον τίποτα πια δεν θα υπήρχε.
    Όταν αναζητούμε την τελική αιτία των πραγμάτων, όπως και να την προσδιορίζουμε, σκοντάφτουμε πάντα στο ίδιο συμπέρασμα: η επιστροφή στην αρχή του κόσμου δεν θα ήταν άλλο παρά ο αφανισμός του κόσμου.    

Μετάφραση: Μαρία Φραγκούλη

Ο Mario Andrea Rigoni γεννήθηκε στο Asiago το 1948. Είναι καθηγητής ιταλικής φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο της Padova, ένας από τους πιο γνωστούς μελετητές του Giacomo Leopardi (έχει επιμεληθεί την πιο πρόσφατη κριτική έκδοση των απάντων του στη σειρά “i Meridiani” του Mondadori). Επίσημος μεταφραστής του Cioran στην Ιταλία, διατήρησε επί πολλά χρόνια φιλία με τον συγγραφέα, μεταφράζοντάς τον και διαδίδοντας τη σκέψη του. Ήταν ο πρώτος στην Ιταλία που παρουσίασε και δημοσίευσε πολλά κείμενα του Cioran στην Corriere della Sera, ενώ διηύθυνε τη μετάφραση των έργων του για τον γνωστό εκδοτικό οίκο Adelphi. Έχει γράψει δοκίμια, βιβλία με αφορισμούς και συλλογές διηγημάτων, και αρθρογραφεί στο πολιτιστικό ένθετο της Corriere della Sera. 




[1] Κεφάλαιο από το βιβλίο αφορισμών του Mario Andrea Rigoni, Variazioni sull’Impossibile (il notes magico, Padova 2006).

Κυριακή, 4 Φεβρουαρίου 2018

Mario Andrea Rigoni "Γωνιακό τραπεζάκι"


Room in New York, 1932 by Edward Hopper


Κάθονταν σ’ ένα γωνιακό τραπεζάκι, στο ημίφως του φθινοπωρινού λυκόφωτος. Έξω άρχιζε να φυσάει. Μερικά φύλλα έπεφταν πάνω στα τζάμια.
    «Θα βρέξει» είπε αυτή. «Μπρρρ».
    «Μα δεν κάνει ακόμα κρύο» παρατήρησε εκείνος.
    «Εγώ το νιώθω».
    «Δεν αισθάνεσαι καλά;».
    «Όχι».
    «Θα είναι η υγρασία».
    «Ίσως».
    Το γκαρσόνι πλησίασε. Ήταν ένας τύπος ψηλός και χοντρός, μεσήλικας, με δυο πονηρά λεπτά μουστάκια άλλης εποχής. Ρώτησε τι ήθελαν, με το ένα φρύδι σηκωμένο.
    «Ένα Καμπάρι σόδα με νερό».
    «Ένα τσάι με γάλα».
    Το γκαρσόνι έφυγε χωρίς να τους χάσει από το βλέμμα του.
    Ο άνδρας χάιδεψε το πηγούνι του. Μετά έβγαλε έναν αναστεναγμό.
    «Δεν σε καταλαβαίνω» είπε.
    «Ποτέ δεν με κατάλαβες».
    «Κανείς δεν καταλαβαίνει τίποτα από κανέναν, στην πραγματικότητα».
    «Είναι ανώφελο να φιλοσοφείς».
    «Όντως. Είναι πάντα η ίδια συνηθισμένη ιστορία».
    «Και λοιπόν;».
    «Θες να ξαναρχίσεις;».
    «Δεν θέλω τίποτα. Απλώς είμαι απογοητευμένη».
    Το γκαρσόνι γύρισε με το Καμπάρι, ένα μπουκαλάκι μεταλλικό νερό και το τσάι. Πήρε από τον δίσκο κι ένα μπολάκι με φιστίκια, το οποίο τοποθέτησε στο τραπέζι, παρατηρώντας έντονα τη γυναίκα.   
    «Τι ηλίθιος» είπε εκείνη, μόλις έφυγε.
    «Γιατί;».
    «Τίποτα».
    «Τον γνωρίζεις;».
    «Δεν τον έχω δει ποτέ».
    Όταν αντιλήφθηκε, ο άνδρας είπε: «Είσαι όμορφη. Δεν θα ’πρεπε να εκπλήσσεσαι».
    «Παραμένει ένας ηλίθιος».
    «Δεν θα τον έλεγα συμπαθητικό, για να πω την αλήθεια. Έχει κάτι το ύποπτο».
    «Προσπαθούσε να με φλερτάρει. Δεν σ’ ενοχλεί;».
    «Δεν το συνειδητοποίησα. Γενικά δεν ζηλεύω. Βέβαια, δεν μπορώ ούτε να φανταστώ ότι δίνεις σημασία σ’ έναν τύπο σαν κι αυτόν».
    «Μα δεν πρόκειται για μένα, πρόκειται για σένα».
    «Σου είπα ότι δεν το συνειδητοποίησα».
    «Έχεις πάντα μια υπεκφυγή: ή τη θεωρία ή την αφηρημάδα».
    «Λυπάμαι, μάλιστα στενοχωριέμαι».
    «Θα ’πρεπε να το δείξεις».
    «Δεν αρκεί που το λέω;».
    «Όχι».
    Τώρα η βροχή, άφθονη, χαράκωνε τα τζάμια. Εκείνη ανατρίχιασε ξανά.
    «Θες να πηγαίνουμε;» είπε ο άνδρας.
    «Μ’ αυτά τα συμπεράσματα; Αν προσπαθούσες μόνο λιγάκι…».
    «Μα είμαι έτοιμος να κάνω οτιδήποτε για σένα!».
    Το γκαρσόνι επέστρεψε διακόπτοντας τη συζήτηση για να ρωτήσει αν ήθελαν κάτι άλλο. Αυτή τη φορά ο άνδρας παρακολούθησε προσεκτικά τις χειρονομίες του, μα δεν εντόπισε τίποτα, εκτός από εκείνο το συνένοχο και συνάμα ιεροεξεταστικό ύφος. Τι έπρεπε να είχε κάνει;
    «Έχω πολλές αμφιβολίες εν προκειμένω» είπε αυτή.
    «Δεν με θεωρείς ειλικρινή;»
    «Δεν αμφέβαλα ποτέ γι’ αυτό».
    «Τότε λοιπόν;».
    «Η ειλικρίνεια δεν αρκεί!» είπε η γυναίκα, υψώνοντας τον τόνο της φωνής της. «Είναι μια αρετή, αλλά δεν αρκεί. Ακόμη κι ένας εγκληματίας μπορεί να είναι ειλικρινής».
    «Δεν είναι καν η περίπτωσή μου!».
    «Σίγουρα όχι! Μα θα σταματήσεις να γυρίζεις γύρω-γύρω από το θέμα; Γιατί για μια φορά δεν συμμερίζεσαι τα όνειρά μου;». 
    «Σσσς… Δεν θα θες να μας ακούσει ώς και το γκαρσόνι».
    Το γκαρσόνι ήταν πράγματι στραμμένο προς εκείνους, παρατηρώντας ξανά τη γυναίκα με αδιακρισία.
    «Δεν μ’ ενδιαφέρει ούτε το γκαρσόνι ούτε κανένας. Μ’ ενδιαφέρεις εσύ, καλύτερα να πω μ’ ενδιέφερες» είπε με ύφος που έγινε συγκρατημένο και περίλυπο. «Θα ήθελα όλα να ξαναγίνονταν όπως πριν».  
    «Δεν μπορείς να με αποδεχτείς όπως είμαι; Αυτό θα ήταν, στο βάθος, η αγάπη».
    Αυτή σιώπησε.
    Ο άνδρας αναστέναξε πάλι. Έπειτα ακούμπησε το μάγουλο στην κλειστή γροθιά του.
    «Έσφαλα, το ξέρω» παραδέχτηκε.
    «Αυτό δεν θα ήταν τίποτα. Είναι ότι θα το έκανες ξανά και ξανά!».
    «Μα…».
    «Γνωρίζεις τον μύθο του βατράχου και…».
    «…Του σκορπιού; Εκείνον τον περίφημο που ο Orson Welles…;».
    «Ακριβώς. Δυστυχώς έχει την ίδια ηλικία με τον κόσμο».
    «Επομένως; Θα ήσουν ένας σκορπιός; Που ενώ διασχίζει το ποτάμι…».
    «Δεν ξέρω. Μα ποιος μπορεί να ελπίζει πως δεν θα υποκύψει αργά ή γρήγορα στην ίδια του τη φύση;».
    Σηκώθηκε, έδωσε στον άνδρα ένα φιλί στο μέτωπο κι έφυγε, με σκυφτό το κεφάλι, ενώ χανόταν μες στην παράξενη, ομιχλώδη νύχτα.


Μετάφραση: Μαρία Φραγκούλη
Ο Mario Andrea Rigoni γεννήθηκε στο Asiago το 1948. Είναι καθηγητής ιταλικής φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο της Padova, ένας από τους πιο γνωστούς μελετητές του Giacomo Leopardi (έχει επιμεληθεί την πιο πρόσφατη κριτική έκδοση των απάντων του στη σειρά “i Meridiani” του Mondadori). Επίσημος μεταφραστής του Cioran στην Ιταλία, διατήρησε επί πολλά χρόνια φιλία με τον συγγραφέα, μεταφράζοντάς τον και διαδίδοντας τη σκέψη του. Ήταν ο πρώτος στην Ιταλία που παρουσίασε και δημοσίευσε πολλά κείμενα του Cioran στην Corriere della Sera, ενώ διηύθυνε τη μετάφραση των έργων του για τον γνωστό εκδοτικό οίκο Adelphi. Έχει γράψει δοκίμια, βιβλία με αφορισμούς και συλλογές διηγημάτων, και αρθρογραφεί στο πολιτιστικό ένθετο της Corriere della Sera. Το διήγημα που παρουσιάζεται προέρχεται από το τελευταίο του βιβλίο με τίτλο Miraggi (Elliot edizioni, Roma 2017).


Η Μαρία Φραγκούλη (Σάμος, 1980) σπούδασε Αρχαιολογία και Ιστορία της Τέχνης στην Αθήνα. Έζησε και εργάστηκε στο Μιλάνο. Σήμερα ζει στην Αθήνα και ασχολείται με τη μετάφραση και την επιμέλεια εκδόσεων.