Κυριακή, 21 Ιουλίου 2019

Ο Καρυωτάκης με τα μάτια άλλων



Αν και χαρτογιακάς, αρνήθηκε να γράψει ποιήματα που θα λογοδοτούσαν στο ξεχαρβάλωμα της δημόσιας ζωής. Με δύο λόγια, αρνήθηκε να γίνει εθνικός ποιητής. Ανέλαβε την πολιτική ευθύνη μόνο της σφαίρας που φύτευσε στην καρδιά του ― δηλαδή του περίλυπου σαρκασμού των στίχων του. [Μισέλ Φάις, Ελληνική αυπνία, 2004, σ. 65]
80 περίπου χρόνια πριν τον Μισέλ Φάις, ο Τέλλος Άγρας αποφαινόταν το εξής για τον Καρυωτάκη, μιλώντας ως κριτικός αλλά και ως εκπρόσωπος μιας ορισμένης γενιάς:
Πρωτοδιάβασα, θυμούμαι, τ' όνομά του στα 1912, ανάμεσα στους βραβευμένους του παιδικού περιοδικού Παιδικός Αστήρ, που το αγόραζα τότε κι εγώ. Κι έπειτα, τον ξέχασα… Έξη χρόνια αργότερα, το 1918, η πρώτη ποιητική του συλλογή […] μικρό τεύχος από δεκάεξη μόλις σελίδες ― μερικά τρυφερά μουσικά, γνήσια συμβολιστικά ποιήματα― πέρασε σχεδόν απαρατήρητη. Η δική μας γενεά εβγήκε, σχεδόν όλη, από τη Βιβλιοθήκη του Φέξη. Απ' εκεί επήγασαν τ' αγαθά της, απ' εκεί και τα ελαττώματά της: κι ο λυρισμός της, αλλά κι η μεγαλοστομία της· η θεωρητική της μόρφωση, αλλά κι ο προφητικός της τόνος ― ο "μεσσιανισμός" της· απ' εκεί τέλος η γερμανοπάθεια κι η ασιανοπάθεια που ζωηρά άλλως τε καθρεπτίστηκαν όλ' αυτά στα τότε αντιπροσωπευτικά φιλολογικά περιοδικά των νεωτέρων.
Ο Καρυωτάκης απ' όλ' αυτά έλειπεν.
Αμέτοχος ο άνθρωπος, η εργασία του άγνωστη. ― Αυτός ερχόταν, μόνος του, απ' αλλού. Ερχόταν αργά, από δρόμο δικό του. […] κι έξαφνα στα 1927, με την τρίτη και τελευταία του ποιητική συλλογή Ελεγεία και Σάτιρες, μας εξεπέρασεν όλους αμέσως κι εξακολουθητικά…».
[Τέλλος Άγρας, «Καρυωτάκης», Τα Νέα Γράμματα 12 (1935), σ. 674-706].
Ένα χρόνο νωρίτερα, στην πρώτη του ποιητική συλλογή ο Γιάννης Ρίτσος ξεκινούσε έναν μεταθανάτιο διάλογο γύρω από τους «ανάξιους ποιητές» που παρελαύνουν στην καρυωτακική ποίηση:
«Ποιητές»
Στον Κώστα ΚΑΡΥΩΤΑΚΗ
Ω, δε χωρεί καμιά αμφισβήτηση, ποιητές
είμαστ' εμείς με κυματίζουσα την κόμη
―έμβλημ' αρχαίο καλλιτεχνών― και χτυπητές
μάθαμε φράσεις ν' αραδιάζουμε κι ακόμη,
μια ευαισθησία μάς συνοδεύει υστερική,
που μας πικραίνει ένα χλωμό, σβησμένο φύλλο,
μακριά ένα σύννεφο μαβί. Χιμαιρική
τη ζωή μας λέμε και δεν έχουμ' ένα φίλο.
Μένουμε πάντα σιωπηλοί και μοναχοί,
όμως περήφανα στα βάθη μας κρατούμε
το μυστικό μας θησαυρό, κι όταν ηχεί
η βραδινή καμπάνα ανήσυχα σκιρτούμε.
Θεωρούμε ανίδεους, ανάξιους κι ευτελείς
γύρω μας όλους, κι απαξιούμε μια ματιά μας
σ' αυτούς να ρίξουμε, κι η νέα ξανά σελίς
τον θρήνο δέχεται του ανούσιου ερωτά μας.
Αναμασάμε κάθε μέρα τα παλιά
χιλιοειπωμένα αισθήματά μας· εξηγούμε
το τάλαντό μας: «κελαηδούμε σαν πουλια»·
την ασχολία μας τόσ' ωραία δικαιολογούμε.
Για μας ο κόσμος όλος μόνο είμαστ' εμείς,
και τυλιγόμστε, μανδύα μας, έναν τοίχο.
Μ' έπαρση εκφράζουμε τα πάθη της στιγμής
σ' έναν ―με δίχως χασμωδίες― μουσικό στίχο.
Γύρω μας κι άλλοι κι αν πονούν κι αν δυστυχούν,
κι αν τους λυγίζει, αν τους φλογίζει η αδικία,
― ω, τέτοια θέματα πεζά ν' ανησυχούν
τους αστρικούς μας στοχασμούς, είναι βλακεία.
Γ. Ρίτσος, από τη συλλογή Τρακτέρ (1934).

«από μακριά η φωνή μας φτάνει αχός»

Μια σύντομη ζωή σε συνεχή κίνηση ήταν αυτή του Καρυωτάκη. Λόγω του επαγγέλματος του πατέρα του (πολιτικός μηχανικός του υπουργείου Δημοσίων Έργων) η οικογένεια αναγκαζόταν να αλλάζει πόλεις ανά την Ελλάδα. Αντίστοιχα, όταν αποφοίτησε από τη Νομική Σχολή, η έλλειψη πελατείας τον ώθησε αναζήτηση θέσης δημοσίου υπαλλήλου και σε συνεχείς μεταθέσεις σε διάφορες υπηρεσίες, με τελευταίο σταθμό την Πρέβεζα.
Μίσθια δουλειά, σωροί χαρτιών, έγνοιες μικρές, και λύπες
άθλιες, με περιμένανε σήμερα καθώς πάντα.
Μόνο είδα, φεύγοντας πρωί, στην πόρτα μου τολύπες
τα ρόδα, και γυρίζοντας έκοψα μια γιρλάντα.
(«Μίσθια Δουλειά», Ελεγείες και Σάτιρες, 1927)
Έφηβος ακόμα δημοσιεύει ποιήματά του σε παιδικά περιοδικά, ενώ το όνομά του αναφέρεται και σε διαγωνισμό διηγήματος του περιοδικού Διάπλασις των Παίδων. Σε ηλικία 17 ετών ερωτεύεται την χανιώτισσα Άννα Σκορδύλη, μια σχέση που θα τον σημαδέψει.
Η πρώτη ποιητική συλλογή του Ο Πόνος του Ανθρώπου και των Πραγμάτων δημοσιεύτηκε το Φεβρουάριο του 1919, χωρίς ιδιαίτερα θετική υποδοχή. Προμετωπίδα ήταν οι παρακάτω στίχοι:
Τ' αστέρια τρεμουλιάζουνε καθώς
το μάτι ανοιγοκλεί προτού δακρύσει…
Τον ίδιο χρόνο εξέδωσε το σατιρικό περιοδικό Η Γάμπα, η κυκλοφορία του οποίου όμως απαγορεύτηκε έπειτα από έξι τεύχη κυκλοφορίας. Η δεύτερη συλλογή του, υπό τον τίτλο Νηπενθή, εκδόθηκε το 1921 και, πέρα από τρεις ποιητικές ενότητες (Πληγωμένοι Θεοί, Η σκιά των ωρών, Νοσταλγικά), περιλάμβανε και μια ενότητα με μεταφράσεις, όπως ένα ποίημα του Heinrich Heine, με τον οποίο θα καταπιαστεί και στην επόμενη συλλογή του, που επίσης θα συμπεριλαμβάνει μεταφράσεις. Χαρακτηριστικά στοιχεία της συλλογής, όπως έχουν κωδικοποιηθεί από τη μέχρι σήμερα κριτική παράδοση, είναι η μετρική ποικιλία και μια ορισμένη μποντλερική μελαγχολία καθώς και ένας υψηλός βαθμός ποιητικής αυτοσυνειδησίας.
Λίγο αργότερα θα συνδεθεί συναισθηματικά με την επίσης ποιήτρια και συνάδελφό του στη Νομαρχία Αθηνών, Μαρία Πολυδούρη, στην οποία θα αφιερώσει ένα ποίημα από την επόμενη συλλογή του:
[Ένα σπιτάκι απόμερο…]
Μ.Π.
Ένα σπιτάκι απόμερο, στο δείλι, στον ελαιώνα,
μια καμαρούλα φτωχική, μια βαθειά πολυθρόνα,
μια κόρη που στοχαστικά τον ουρανό κοιτάει,
ω, μια ζωή που χάνεται και με τον ήλιο πάει!
Η τελευταία αυτή συλλογή εκδίδεται το Δεκέμβριο του 1927 με τίτλο Ελεγεία και Σάτιρες.
Τα Ελεγεία και Σάτιρες κωδικοποιούν άψογα τον προγραμματικά ελάσσονα τόνο αυτής της ποίησης που αποδέχεται το τετριμμένο, το καθημερινό, εσωτερικεύει με ευγένεια την ήττα ή την αποτυχία, αντικρίζει ευθαρσώς τα αδιέξοδα και τις ανεπάρκειές της και, δίχως θρήνους και κοπετούς, κάνει τους ισολογισμούς μιας πεζής, καθηλωμένης, πιεσμένης ζωής, ενός άδοξου θανάτου. Η «χαμηλόφωνη», όπως καθιερώθηκε να τη λέμε, ποίηση αυτής της μεταπολεμικής εποχής (μετά τον Πρώτο, εννοείται, Παγκόσμιο Πόλεμο) αποφεύγει τον στόμφο, την υψηγορία, τις μεγάλες θεατρικές χειρονομίες, τις άμετρες φιλοδοξίες, τον οιστρήλατο ενθουσιασμό. [Τσιριμώκου 2012, 123].
Ο Καρυωτάκης, όπως θα θυμηθεί αργότερα ο φίλος και συνοδοιπόρος του Χ. Σακελλαριάδης, σχεδίαζε να θέσει ως προμετωπίδα στη συλλογή, κάτω από μια νεκροκεφαλή, τη φράση Με το μηδέν και το Άπειρο / να συμφιλιωθούμε». Τελικά ωστόσο η συλλογή τυπώθηκε με προμετωπίδα επιγραφή από το De rerum natura του Λουκρήτιου.
Όπως μαρτυρούν τόσο οι μεταφραστικές όσο και οι υφολογικές επιλογές στη πρωτότυπη ποίησή του, ο Καρυωτάκης επεξεργάζεται διαρκώς μια ποιητική διττότητας, όπου το λυρικό υποκείμενο διχάζεται σε ένα εγώ που βιώνει την πτώση του και σε ένα άλλο που την παρακολουθεί και την περιγράφει ως αντικείμενο γέλωτος. Η ταλάντευση ανάμεσα στην αυτο- δημιουργία και στην αυτοκαταστροφή, που καθρεφτίζει την αδυναμία συμφιλίωσης του Μηδενός με το Άπειρο, αποτελεί ταυτόχρονη ταλάντευση ανάμεσα σε έναν εμπειρικό και έναν κειμενικό εαυτό, όπου είναι η γλώσσα αυτή που κάνει χιούμορ μέσα από τα υποκείμενα. Αυτή η δεσπόζουσα μη διαλεκτική διάσταση της ειρωνικής ποιητικής του Καρυωτάκη διασταυρώνεται με μία ακόμη έκφανση του κρίσης του λυρικού υποκειμένου, την «κρίση του στίχου», και εκβάλλει στη διερεύνηση των εκφραστικών δυνατοτήτων ενός οξύμωρου λογοτεχνικού είδους, του πεζού ποιήματος. [Ναούμ 2007: xvi].
Το αφιερωμένο στην Πολυδούρη ποίημα ανήκει στη σειρά με Ελεγείες της συλλογής. Στην ενότητα με τις Σάτιρες ο τόνος είναι διαφορετικός, με αιχμηρή, ακόμα και πολιτική, χροιά. Η ειρωνική και ανατρεπτική ποιητική στάση συστοιχεί με τη μορφική αναρχία των ποιημάτων, καθώς με ένταση εντοπίζονται εδώ στοιχεία της ποιητικής του Καρυωτάκη όπως οι μετρικοί παρατονισμοί και η πεζολογία (Παπάζογλου 1988) ― στοιχεία που, όπως έχει δείξει η Ναούμ (2007) μπορούν να γενεαλογηθούν στην ποιητική της ειρωνίας του ρομαντισμού, ενώ θα αξιοποιηθούν από τον μοντερνισμό. Ο κριτικός λόγος έχει δοκιμάσει άλλωστε ποικίλες κατατάξεις της καρυωτακικής ποιητικής.
Το 1922, [ο Καρυωτάκης] είναι ήδη καταξιωμένος στο μικρό πνευματικό κύκλο της πρωτεύουσας. Αν […] το 1919 είχε ήδη ξεχωρίσει, με τα Νηπενθή (1921) αναγνωρίζεται πλέον ως ένας γνήσιος λυρικός ποιητής με προσωπικό ύφος. Η ποίησή του ωστόσο δεν ξεπερνά ακόμα τα όρια του εγχώριου νεοσυμβολισμού. Βρισκόμαστε δηλαδή μακριά από τα Ελεγεία και Σάτιρες(1927). Τι μεσολάβησε και η ποίηση του Καρυωτάκη, από λυρική, ελεγειακή και χαμηλόφωνη, έγινε, χωρίς να αποβάλει τη μουσική της υπόσταση, τραγική, ρεαλιστική και εντέλει ανατρεπτική; Μέσα από ποιους δρόμους αναδείχθηκε όχι μόνον ως «ο αντιπροσωπευτικός μιας εποχής», αλλά ως ένας ποιητής που ξεπέρασε την εποχή του; [Ντουνιά 2000, 33-34.]
Με αφορμή κριτική του Β. Ρώτα για τη συλλογή αυτή, ο Καρυωτάκης γράφει απαντητική επιστολή στο περιοδικό Ελληνικά Γράμματα[Τόμος Β', Τεύχος 7, 16 Μαρτίου 1928, σ. 275-276]
[…] Αφού προηγουμένως ευχαριστήσω τον κ. Ρώτα για την καλοσύνη που είχε να ασχοληθεί με τα ποιήματά μου, θα 'θελα μόνο να τον ρωτήσω αν όσα έγραψε στα Ελληνικά Γράμματα νομίζει ότι αποτελούν κριτική. Γιατί εγώ τουλάχιστον έχω την εντύπωση ότι ο κ. Ρώτας, εξ αφορμής του βιβλίου μου, εζήτησε απλώς να κάνει γνωστές τις ιδιαίτερες προτιμήσεις του, τα ποιητικά του μοτίβα που τον ενδιαφέρουν περσότερο. Και είπε πάνω κάτω ότι η μελαγχολία δεν είναι καθόλου καλό πράγμα, ότι πρέπει να κοιτάξουμε λίγο και τον κοσμάκη, που υποφέρει όσο κ' εμείς, και να μη βυθιζόμεθα στον εαυτό μας, αν θέλουμε να δημιουργήσουμε κάτι άξιο μέσα στη ζωή.[…]
Όταν εξετάζει κανείς αντικειμενικά, βρίσκει χίλια πράγματα να ειπεί και για τη φτωχότερη προσπάθεια. Και ο κ. Ρώτας, σε δύο ολόκληρες σελίδες, δε μας είπε ούτε το στοιχειωδέστερο: Είναι, δηλαδή, ή δεν είναι ποιήματα τα Ελεγεία και Σάτιρες; Αν, κατά τύχην, συμβαίνει το πρώτο, εγώ είμαι ευχαριστημένος, γιατί η κοινωνιολογική άποψις δε με αφορά.
Αλλά θα είχα κι άλλες ερωτήσεις για τον κ. Ρώτα. Λ.χ. αν πιστεύει σοβαρώς ότι η δική του αισιοδοξία συμβιβάζεται με τη σημερινή πραγματικότητα περσότερο από το δικό μου πεσιμισμό, και αν ένας σύγχρονος άνθρωπος μπορεί ν' αντικρίσει αλλιώς παρά από την αντίθετη όψη, με νοσταλγία, το ιδανικό του Σολωμού (συμπάθεια και θαυμασμός), που, χωρίς να το εκφράζει καθαρά ο ίδιος, μαντεύουμε ότι έχει κατακυριεύσει τον κ. Ρώτα. Με συγχωρείτε όμως. Εδώ κινδυνεύω να θίξω το πρόγραμμα, την κατεύθυνση του περιοδικού, του οποίου τολμώ να επικαλεσθώ τη φιλοξενία για το σημείωμα αυτό.
Πάτρα 22-2-28
Με ιδιαίτερη τιμή
Κ.Γ. Καρυωτάκης
Όταν γράφει την παραπάνω επιστολή, βρίσκεται ήδη με απόσπαση στην Πάτρα. Θα ακολουθήσει η Πρέβεζα, ο τελευταίος του σταθμός. Αιτία των δυσμενών μεταθέσεων οι μεθοδεύσεις των ανωτέρων του λόγω της συνδικαλιστικής του δράσης. Την περίοδο αυτή γράφει τα τελευταία του ποιήματα («Αισιοδοξία», «Όταν κατέβουμε», «Πρέβεζα»), καθώς και μια σειρά πεζών.
Στις 21 Ιουλίου του 1928 ο Καρυωτάκης θα βάλει τέλος στη ζωή του με μία σφαίρα στην καρδιά. Την προηγούμενη μέρα είχε προσπαθήσει να πνιγεί στο Μονολίθι της Πρέβεζας χωρίς επιτυχία καθώς γνώριζε καλό κολύμπι. Οι λόγοι της αυτοκτονίας δεν είναι ξεκάθαροι: η απόγνωση από τις δυσμενείς μεταθέσεις, η ασθένεια της σύφιλης, κάτι άλλο; Στην τσέπη του βρέθηκε σημείωμα, που κατέληγε με το εξής υστερόγραφο:
[Υ.Γ.] Και για ν' αλλάξουμε τόνο. Συμβουλεύω όσους ξέρουν κολύμπι να μην επιχειρήσουνε ποτέ να αυτοκτονήσουν δια θαλάσσης. Όλη νύχτα απόψε επί δέκα ώρες, εδερνόμουν με τα κύματα. Ήπια άφθονο νερό, αλλά κάθε τόσο, χωρίς να καταλάβω πώς, το στόμα μου ανέβαινε στην επιφάνεια. Ωρισμένως, κάποτε, όταν μου δοθεί η ευκαιρία, θα γράψω τις εντυπώσεις ενός πνιγμένου.

Κ.Γ.Κ.
Σύμφωνα με την κρίση του Λίνου Πολίτη, «o αντιπροσωπευτικότερος τύπος της γενιάς του 1920 [..] είναι ασφαλώς ο Κώστας Καρυωτάκης» (Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, σ. 148)· η επιρροή του απέκτησε και όνομα: «καρυωτακισμός». Τον όρο, αρνητικά φορτισμένο, εισηγήθηκε ο Ανδρέας Καραντώνης· σήμερα οι μελετητές ανιχνεύουν ένα πιο σύνθετο πλέγμα σχέσεων και επιρροών.


Για να κλείσουμε όπως αρχίσαμε το σύντομο αυτό σημείωμα, ας δούμε τον Καρυωτάκη με τη ματιά ενός ακόμα ποιητή: ο Ανδρέας Εμπειρίκος το 1964 θα του αφιερώσει ένα εκτενές πεζό ποίημα ("Όταν οι ευκάλυπτοι θροΐζουν στις αλέες"), που κλείνει ως εξής:
Μη πείτε λοιπόν ποτέ λόγον κακόν διά τον νέον αυτόν που εις την Πρέβεζαν εχάθη. Ήτο σπουδαίος ποιητής, που από τρίχα μόλις θα έψαλλε τους οργασμούς της γης και όλους τους έρωτας των άστρων, αν Μοίρα σκληρή δεν έστεφε το μέτωπόν του με βαθυπράσινον κισσόν που εκόπη από τάφους, μα που και έτσι ακόμη είναι κισσός, φυτό σπαρμένο απ' τους θεούς, όπως και η δάφνη.
Μη τον ξεχνάτε λοιπόν τον νέον αυτόν, το κάθετον τούτο λάβαρον της θλίψεως και του θανάτου, τον νέον αυτόν που εις τας ακτάς του Αμβρακικού απέπτη, τον άσπρον άγγελον με τα κατάμαυρα πτερά μη τον ξεχνάτε, και, ακόμη, να τον αγαπάτε. Ήτο μεγάλος ποιητής ο νέος αυτός και ευγενής. Το λέγω και θα το ξαναπώ πολλάκις ― είναι μεγάλος ποιητής ο Κώστας Καρυωτάκης.
Αθήνα, 9.12.1964

Συνέχεια εδώ:

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου