Σάββατο 30 Ιουλίου 2016

Η πίστη της Ανατολής στην αραβική πεζογραφίa.

[ομιλία στο ΑΙΤΙΟΝ, διήμερη εκδήλωση «Αραβικός κόσμος, ο γνωστός άγνωστος», Νοέμβρης 2015]

γράφει η Ελένη Καπετανάκη*




Μαζί θα μιλήσουμε για την πίστη της Ανατολής όπως διαφαίνεται στην αραβική πεζογραφία. Βέβαια, λέγοντας πίστη της ανατολής το μυαλό όλων πάει στη θρησκευτική πίστη. Ωστόσο θα  μου επιτρέψετε εδώ να διακρίνω τη θρησκευτική πίστη από την πίστη στην παράδοση,  καθώς και οι δύο έχουν μεγάλη σημασία για την καθημερινή ζωή των Αράβων. Θα το δούμε λοιπόν στα μυθιστορήματα τριών σπουδαίων Αιγύπτιων πεζογράφων του 20ου αιώνα: του Γκαμάλ ελ Γιτάνι, του Ναγκίμπ Μαχφούζ και του Γιάχια Χάκι.
Ο Γκαμάλ ελ Γιτάνι, γεννήθηκε το 1945 σε ένα χωριό της Άνω Αιγύπτου και πέθανε το 2015, πριν από ένα μήνα. Μια ξεχωριστή φωνή της σύγχρονης παγκόσμιας λογοτεχνίας και του μαγικού ρεαλισμού, για τον οποίον οι αιγυπτιακές αρχές ανακοίνωσαν ότι θα δώσουν το όνομά του σε ένα δρόμο της αγαπημένης του γειτονιάς ελ Γκαμαλίγια στο Κάιρο. Κι αυτό ήταν το λιγότερο που μπορούσαν να κάνουν.
          Στα έργα του, η θρησκευτική πίστη αλλά και η πίστη στην παράδοση της χώρας του είναι έκδηλες. Γοητευμένος από το σουφισμό και το μυστικιστικό Ισλάμ, γράφει το βιβλίο του αλ Τατζαλιγιάτ ( δεν έχει μεταφραστεί στα ελληνικά αλλά σε μια πρώτη απόδοση θα μπορούσαμε να πούμε «Το βιβλίο της Aποκάλυψης»).
Η πρώτη όμως ενασχόληση του Γιτάνι ήταν τελείως διαφορετική:  μαθήτευσε δίπλα σε ένα τεχνίτη χαλιών σε κάποιο από τα μαγαζιά του Χαν ελ Χαλίλι ενώ αργότερα διδάχτηκε την τέχνη της ταπητουργίας και φοίτησε στη Σχολή Καλών Τεχνών. Δεν ολοκλήρωσε τις σπουδές του, λόγω της φυλάκισής του τον Οκτώβρη του 1966 για τις μαρξιστικές ιδέες του και τον κριτικό σχολιασμό του στο καθεστώς του Νάσερ. Στη φυλακή πέρασε ένα εξάμηνο και απελευθερώθηκε με τη μεσολάβηση του Ζαν-Πολ Σαρτρ που φτάνει στην Αίγυπτο και απειλεί το καθεστώς πως θα ξεκινήσει παγκόσμια καμπάνια για τους παράνομα φυλακισμένους. Ο Γιτάνι υπήρξε και δημοσιογράφος. Από το 1969  εργαζόταν στην αιγυπτιακή εφημερίδα Αχμπάρ αλ γιάουμ και αργότερα πήρε τη θέση του ανταποκριτή στους πολέμους Αιγύπτου-Ισραήλ, Ιράν-Ιράκ, ζώντας έτσι τη νεότερη ιστορία της πατρίδας του.
Πιστός στην παράδοση της χώρας του, στη δεκαετία του ‘50 έβλεπε τις Πυραμίδες από το σπίτι του το ηλιοβασίλεμα και άρχισε να παθιάζεται με την Αίγυπτο των Φαραώ. Μέσα στην Πυραμίδα του Χέοπα διανυκτερεύει μόνος, μετά από ειδική άδεια από τις αιγυπτιακές αρχές και όταν βγαίνει το επόμενο πρωί είναι εντελώς άλλος άνθρωπος, όπως δήλωσε και ο ίδιος. Στο βιβλίο του «Πυραμίδες»[Εκδόσεις Καστανιώτη, 2006], στην πρώτη ιστορία, γράφει για την αγάπη του σεϊχη Τοχάμι για τις Πυραμίδες κι είναι σαν να αποτυπώνει εκεί τη δική του αγάπη :
«Για χρόνια ολόκληρα, πριν από τα πέντε καλέσματα για την προσευχή, παρατηρούσε όλες τις λεπτομέρειες των Πυραμίδων. Τρεις φορές, στο έντονο και λαμπερό φως του ήλιου, μία φορά το σούρουπο, όταν το φως αδυνάτιζε και χανόταν, και μία φορά όταν η νύχτα είχε ήδη πέσει. Πολλοί μιλούν ακόμα για τη δύναμη της φωνής του, που διέτρεχε τις πιο μεγάλες αποστάσεις και τρύπαγε τα αυτιά ακόμα κι όσων βρίσκονταν μακριά.
Πέντε φορές τη μέρα ανέβαινε τη στριφογυριστή σκάλα-τόσο στενή, που χωρούσε μόνο έναν-και μελετούσε τις Πυραμίδες, τις διαφορές που παρουσίαζαν τόσο κατά τη διάρκεια της μέρας όσο και κατά τη διάρκεια της νύχτας:
«Μπορούσες να τις δεις ακόμα και τη νύχτα;»
Τα μακριά, λεπτά του δάχτυλα περνούσαν πάνω από το μυτερό του μούσι. Οι Πυραμίδες δεν έφευγαν ποτέ απ’το μυαλό του. Κι αν δεν τις έβλεπε με τα μάτια του, τις έβλεπε με την καρδιά του. Φτάνει να συγκεντρωνόταν, κι εκείνες του φανερώνονταν, είτε το σούρουπο είτε την αυγή. Σε όποιον επιμένει, σε όποιον μάχεται την αδυναμία, την ανία και την απελπισία,  σ’ αυτόν αποκαλύπτονται θαύματα».
Με το έργο του αυτό, ο Γιτάνι επιστρέφει στις πηγές προσεγγίζοντας την Ιστορία. Με ιστορίες που όλο και μικραίνουν όσο προχωράει ο αναγνώστης, διακρίνουμε στη γραφή του μια συνέχεια ανάμεσα σε μια σύγχρονη αντίληψη και στην Αρχαία Αίγυπτο, και βέβαια τη γοητεία που ασκούσαν οι Πυραμίδες πάνω του.
Η πίστη στην παράδοση και την ιστορία της χώρας του, περνάει από την Αρχαία Αίγυπτο στην Αίγυπτο των Μαμελούκων και από το βιβλίο του «Πυραμίδες» στο κορυφαίο του δημιούργημα «Μπαρακάτ, ο δίκαιος»[Εκδόσεις Καστανιώτη,2009], εκείνο που θεωρείται το διαμάντι του παγκοσμίως, δημιουργώντας εικόνες μαγικές:

«Η αγάπη που νιώθει για το σπίτι και τους ενοίκους του δεν είναι πρόσφατη, χρονολογείται από παλιά. Αγαπά τις πέτρες από τις οποίες είναι χτισμένο, τα ξύλα του καφασωτού του, τα σχέδια των τοίχων του, το φως στα δωμάτιά του∙ την αίθουσα που απαγγέλουν το Κοράνι τον ιερό μήνα του Ραμαζανιού, τα ψηλά του ταβάνια, τα στενά του παράθυρα κοντά στο μέσον των τοίχων πίσω από τα οποία φαίνονται οι γυναίκες, ασφαλείς από τα ξένα μάτια, να ακούνε προσηλωμένες εδάφια από το Κοράνι.»
Για το έργο  αυτό, ο Γιτάνι μελέτησε την εποχή των Μαμελούκων ξεκινώντας από τα χρονικά του Ιμπν Ιγιάς, Αιγύπτιου ιστορικού και χρονικογράφου της περιόδου εκείνης. Ο ίδιος αποκάλυψε πως προκειμένου να αιχμαλωτίσει τον εσωτερικό ρυθμό στο ύφος του Ιμπν Ιγιάς, διάβαζε φωναχτά τις σελίδες των χρονικών του και τις έγραφε στο σημειωματάριό του ολόκληρες. Έτσι έγινε δυνατό να αναπλάσει μια ολόκληρη εποχή.  Η υπόθεση του βιβλίου διαδραματίζεται στο Κάιρο του 16ου αιώνα, ενώ κυβερνούσαν οι Μαμελούκοι, και λίγο πριν την εισβολή των Οθωμανών το 1517. Ο Αλ Ζίνι Μπαρακάτ, πραγματική ιστορική φιγούρα, είχε διοριστεί από τον Σουλτάνο ως Επιθεωρητής Αγορών και Κυβερνήτης του Καΐρου, με αρμοδιότητά του την επίβλεψη του εμπορίου και της δημόσιας ηθικής. Είναι δίκαιος και αποδεκτός από το λαό, μα μόλις ανεβαίνει τα σκαλιά της εξουσίας μεταμορφώνεται, γιατί η εξουσία διαφθείρει-και δεν διαφθείρει μόνο τον άνθρωπο, διαφθείρει και το λαό, λέει ο Γιτάνι. Και βάζει στο βιβλίο του έναν Βενετσιάνο ταξιδευτή να σκιαγραφήσει τον Μπαρακάτ τον δίκαιο με τα ακόλουθα λόγια:

«Έχω δει πολλούς άντρες: βαρβάρους και Ινδούς και Ιταλούς και κυβερνήτες από τη χώρα της Γαλατίας και την Αβησσυνία και τις πιο απομακρυσμένες βόρειες περιοχές του πλανήτη. Αλλά δεν έχω ξαναδεί μάτια σαν και τα δικά του, που λάμπουν, που στη διάρκεια της συζήτησης στενεύουν σαν τις κόρες των ματιών της γάτας στο σκοτάδι της νύχτας. Τα μάτια του είναι φτιαγμένα για να διαπερνούν τις ομίχλες των βόρειων χωρών, τη σκοτεινιά τους, να διασχίζουν την απόλυτη σιωπή τους. Δεν βλέπει το πρόσωπο και τα χαρακτηριστικά, στην πραγματικότητα τρυπά μέχρι τον πάτο του κρανίου, μέχρι τα πλευρά του στήθους. Ξεσκεπάζει τις κρυμμένες ελπίδες,τα αληθινά συναισθήματα. Στο πρόσωπό του λάμπει η εξυπνάδα και όταν κλείνει τα μάτια, η ευγένεια και η καλοσύνη που διαγράφονται στη μορφή του σε γοητεύουν και σε παγώνουν ταυτόχρονα.
Με ρώτησε για τις χώρες που επισκέφτηκα: πώς πέρασα εκεί, πώς τα πήγα με τους κατοίκους τους; Με ρώτησε για την ελευθερία των γυναικών της Δύσης. Θέλησε να μάθει για τη δικαιοσύνη προς τους υπηκόους και τα ταχυδρομικά περάσματα στην Ινδία. Ανέφερε ονόματα σεΐχηδων στην Τζέντα και στη Μέκκα και προσωπικοτήτων στη Δαμασκό. Του είπα ότι δεν έχω πάει στην Τζέντα, αλλά έχω επισκεφτεί τη Μέκκα και έχω μείνει στη Δαμασκό. Μου έγραψε ονόματα ανθρώπων και του υποσχέθηκα οτι θα ρωτήσω γι’ αυτούς.»

Η σχέση του Γιτάνι με τον Αιγύπτιο Νομπελίστα Ναγκίμπ Μαχφούζ που τον αποκαλούσε «Δάσκαλο» και «θείο Ναγκίμπ» αρχίζει το 1959. Στη συνέντευξή που έδωσε στον Ανταίο Χρυσοστομίδη και την Μικέλα Χαρτουλάρη για τις «Κεραίες της εποχής μας», λέει για τον άνθρωπο-Μαχφούζ: «Θα θυμάμαι σε όλη μου τη ζωή τη στοργή και το σεβασμό που έτρεφε ο απλός κόσμος στο πρόσωπό του. Κι εκείνος, με τη σειρά του, χαιρετούσε όλο τον κόσμο, δεν απέρριπτε κανέναν, άκουγε όλα όσα του έλεγαν, με ευγένεια, υπομονή και γενναιοδωρία.»  Ο μεγάλος αυτός Νομπελίστας συγγραφέας ήταν, επίσης, αφοσιωμένος στην παράδοση και την ιστορία της πατρίδας του. Eίχε μελετήσει τη   Φαραωνική Αίγυπτο, έγραψε για τη Μάχη των Θηβών αλλά και ιστορίες των Φαραώ Ραμσή, Τούθμωση και Ακενατών. Ενδιαφερόταν πολύ για  την καθημερινότητα, τις πολεμικές μεθόδους και τη θρησκεία της περιόδου εκείνης στην ιστορία της πατρίδας του. Οι δεσμοί του με το Ισλαμικό Κάιρο ήταν μεγάλοι. Η περιοχή του Ισλαμικού Καΐρου θεωρείται η βάση της πόλης του Καΐρου πριν αυτή επεκταθεί τους αιώνες που ακολούθησαν την ίδρυσή της το 969 μ.Χ. Πέντε σπουδαία έργα του Ναγκίμπ Μαχφούζ πήραν ονόματα από τους δρόμους και τις γειτονιές του Ισλαμικού Καΐρου. Τεμένη, μαυσωλεία και μνημεία, δημόσιες κρήνες, ιεροδιδασκαλεία, χαμάμ, δρόμοι και πλατείες και αγορές, όλη η ιστορία και η παράδοση της Αιγύπτου είναι κλεισμένες μέσα σε αυτές τις περιγραφές. Από το βιβλίο του «Λόγια του πρωινού και του σούρουπου» [Εκδόσεις Καστανιώτη, 2011]:

«Επιθυμία του Σεϊχη ήταν τα παιδιά του να αποκτήσουν θρησκευτική διαπαιδαγώγηση και η Ράντια ήταν η πιο δεκτική. Παρόλο που απο θεωρητικής πλευράς γνώριζε μόνο να προσεύχεται, να νηστεύει και να απαγγέλει κάτι μικρές σούρες από το Κοράνι, η καρδιά της κοινωνούσε στην αγάπη για το Θεό και την Οικογένεια του Προφήτη. Όσα αφομοίωσε από τον πατέρα της δεν ήταν παρά το ένα δέκατο του ενός δεκάτου εκείνων που έμαθε από τη μητέρα της σχετικά με τα μεταφυσικά και ανεξήγητα φαινόμενα, τους βίους και τα θαύματα των αγίων, τα μυστικά της μαγείας και των δαιμονίων, τα πνεύματα που κατοικούν στις γάτες, στα πουλιά και στα ερπετά, την ερμηνεία των ονείρων, την αστρολογία, τα λαϊκά γιατροσόφια και τις ευλογίες από τα μοναστήρια, τους αγίους και τις αγίες. Η πίστη της στη μητέρα της ενισχύθηκε όταν συνειδητοποίησε ότι ο ίδιος της ο πατέρας-ο λόγιος του ελ Άζχαρ-εμπιστευόταν τις ιατρικές της συνταγές, τα μάγια και τα ξόρκια της και φύλαγε πάνω στο στήθος του  το φυλαχτό που εκείνη του είχε χαρίσει.»
Η θρησκευτική πίστη λοιπόν αλλά και η πίστη στην παράδοση. Και τα δυό, θα μπορούσαμε να πούμε οτι διαρκώς ξεθωριάζουν στο Δυτικό μας κόσμο. «Η ισλαμική θρησκεία ρυθμίζει όλες τις πλευρές της ανθρώπινης ζωής στο δημόσιο και ιδιωτικό τομέα, όλες τις περιπτώσεις της οικογενειακής, εμπορικής, πολιτικής και θρησκευτικής συμπεριφοράς», γράφει ο Αρχιεπίσκοπος Τιράνων, Δυρραχίου και πάσης Αλβανίας Αναστάσιος, έγκριτος Ισλαμολόγος.
Πράγματι, η Ανατολή δίνει μεγάλη βαρύτητα στην πίστη που της προσδίδει μια άλλη οπτική. Το Κοράνι που θεωρείται το αριστούργημα της αραβικής γλώσσας και λογοτεχνίας και απετέλεσε πεδίο μελέτης της αραβικής γλώσσας και γραμματικής, διέπει όλες τις εκφάνσεις της καθημερινής ζωής ενός μουσουλμάνου στον δημόσιο ή ιδιωτικό τομέα, όλες τις πτυχές της δημόσιας ή ιδιωτικής του ζωής. Οι μουσουλμάνοι συχνά επιλέγουν να ζουν σε απόλυτη συμφωνία με τη θρησκεία και τις παραδόσεις τους. Αυτό μπορεί να ξενίζει τους Δυτικούς, μα κάποιοι  λαοί μπορεί να προτιμούν ένα θρησκευτικό τρόπο ζωής ενώ άλλοι το κοσμικό ιδεώδες. Διαρκείς αναφορές συναντάμε σχετικά με αυτή τους την επιλογή, στην αραβική πεζογραφία.
Στο «Καντήλι της Ουμ Χάσιμ»[Εκδόσεις Μαΐστρος, 2015], ιστορικό αραβικό έργο, ο Αιγύπτιος  συγγραφέας Γιάχια Χάκι αντιπαραβάλλει τη γνώση, την αντίληψη της Δύσης με την πίστη της Ανατολής. O σπουδαίος αυτός πεζογράφος ανήκει σε μια μικρή ομάδα ταλαντούχων συγγραφέων που, μισό αιώνα πριν, έθεσε τα θεμέλια για τη λογοτεχνική αναγέννηση της Αιγύπτου. Στα έργα του χτίζει ένα σκηνικό μαγικό, με ακρίβεια στις εκφράσεις και αναλυτικές περιγραφές-χαρακτηριστικό κλασικά αραβικό-που μας γεμίζουν εικόνες από την κοινωνία της εποχής, τις συνήθειες και τις παραδόσεις της και μας μεταφέρουν σε έναν κόσμο παραμυθένιο, τον κόσμο του Ισμαήλ.

«Έτσι, με την προστασία του Θεού και της Ουμ Χάσιμ, ανατράφηκε ο Ισμαήλ. Τα βήματα της ζωής του δεν τον πήγαν μακρύτερα από τη γειτονιά του και την πλατεία, κι η μεγαλύτερή του βόλτα ήταν ως το νησάκι Μανιάλ του Νείλου, για να περπατήσει δίπλα στο ποτάμι ή να σταθεί πάνω στη γέφυρα. Όταν βράδυαζε, κι ο ήλιος σταματούσε να καίει, οι αυστηρές γραμμές κι οι αντανακλάσεις γίνονταν καμπύλες και οφθαλμαπάτες. Η πλατεία, αδειάζοντας από επισκέπτες και ξένους, ξαναγύριζε στην ηρεμία της. Αν αφουγκραζόσουν με τη συνείδησή σου καθαρή, θ’ άκουγες έναν βαθιά κρυμμένο αναστεναγμό να ταξιδεύει πάνω από την πλατεία. Μπορεί και να’ταν ο Σίντι ελ Ιτρίς, ο φύλακας του τεμένους της «κυράς» μας ελ Σαγιέντα Ζέναμπ που καθόταν στη θέση του και, στο τέλος της δουλειάς μιας μέρας, τίναζε τη σκόνη από τα χέρια και τα ρούχα του, ανασαίνοντας με ανακούφιση. Αν κατά τύχη ακούσεις εκείνη την ανάσα, τότε κοίταξε το θόλο: πέρλες από φως τον περικυκλώνουν, αδυνατίζουν και δυναμώνουν σαν τη φλόγα του λυχναριού που τρεμοπαίζει στον αγέρα. Είναι το καντήλι της Ουμ Χάσιμ που κρέμεται πάνω από το κενοτάφιο. Ποτέ οι τοίχοι δεν κάλυψαν το φως του!»
Ο Γιάχια Χάκι, 1905-1992, γεννήθηκε σε μια μεσοαστική οικογένεια του Καΐρου. Με γονείς, τουρκικής καταγωγής, που αγαπούσαν τη λογοτεχνία και προγόνους που είχαν μεταναστεύσει από την Τουρκία στην Ελλάδα, ο παπούς του συγγραφέα φτάνει στην Αίγυπτο στις αρχές του 19ου αιώνα. Ο μικρός Γιάχια με την οικογένειά του βρέθηκε να κατοικεί στη γειτονιά ελ Σαγιέντα Ζέναμπ, όπου ειχε χτιστεί το ομώνυμο τζαμί της Σαγιέντα Ζέναμπ. Αποφοίτησε από τη Νομική Σχολή του Καΐρου και ακολούθησε καριέρα διπλωμάτη ταξιδεύοντας έτσι σε πολλά μέρη της γης, πράγμα που τον βοήθησε να γνωρίσει άλλες κουλτούρες και νοοτροπίες.
          Στα έργα του εκφράζει την άποψη πως πηγή και αφετηρία όλων είναι η ανθρώπινη θέληση και πιστεύει οτι η γλώσσα δεν αποτελεί μόνο όχημα για να εκφράσουμε και να αποτυπώσουμε ιδέες, μα και το εργαλείο της συγγραφικής διαδικασίας.

«Η πλατεία σιγά σιγά ξαναγεμίζει. Φαντάσματα εξαντλημένα, με πρόσωπα χλωμά και μάτια θολά, που το καθένα τους φορούσε ό,τι έβρισκε μπροστά του, ή αν θες...ο,τι έπεφτε στα χέρια του.
...........
Ουρές ανθρώπων που, καθισμένοι κατάχαμα, στηρίζουν τις πλάτες τους στον τοίχο του τζαμιού... Μερικοί έχουν το πεζοδρόμιο μαξιλάρι: κοιμούνται ακουμπώντας το μάγουλό τους πάνω του. Ένα συνονθύλευμα από άντρες, γυναίκες και παιδιά που δεν ήξερες από πού είχαν έρθει και πώς θα έφευγαν από ‘κει. Καρποί που έπεσαν από το δέντρο της ζωής και κατέληξαν να σαπίζουν απο κάτω. Είναι οι μαθητευόμενοι ζητιάνοι.»

Η ιστορία του Ισμαήλ, νεαρού Αιγύπτιου που φεύγει για να σπουδάσει στο εξωτερικό κι επιστρέφει για να εφαρμόσει τις γνώσεις του στην πατρίδα του, είναι η πρώτη από πολλές που ακολούθησαν και περιγράφουν τον τρόπο που ένα πρόσωπο προσπαθεί να συγκεράσει δύο διαφορετικές κουλτούρες.  Είναι επίσης η πρώτη μυθιστορηματική δουλειά που καταδεικνύει τους προβληματισμούς που αντιμετώπιζαν οι Άραβες σπουδαστές, κάποια χρόνια πριν, επιστρέφοντας στην ιδιαίτερη πατρίδα τους μετά από σπουδές στη Δύση, όπου βέβαια συναντούν μια τόσο διαφορετική κουλτούρα και νοοτροπία. Το δίλημμα του ήρωα εδώ, συμβολίζεται με τον αγώνα που δίνει και με την οικογένειά του ακόμα για να συμφιλιώσει την επιστημονική γνώση της Δύσης με τις αντιλήψεις της Ανατολής, των κατοίκων της φτωχής γειτονιάς όπου εξασκεί την επιστήμη του. Πράγματι, ο Ισμαήλ επιστρέφει και, σαν τον Οδυσσέα που γυρνάει στην Ιθάκη, συνειδητοποιεί πως τα πράγματα δεν του είναι πια οικεία. Μεγαλωμένος με τις παραδοσιακές μουσουλμανικές αρχές και αξίες, έγινε στη συνέχεια αποδέκτης της δυτικής κουλτούρας στη διάρκεια των σπουδών του. Πίστη και παράδοση από τη μία, επιστήμη και λογική από την άλλη.  Πώς θα θεραπεύσει ο Ισμαήλ το τράχωμα της Φάτιμα, της κοπέλας που καταλήγει να παντρευτεί: με το λάδι από το καντήλι της Ουμ Χάσιμ ή με τις επιστημονικές μεθόδους που διδάχτηκε στη Δύση; Σε κάποια σημεία της ιστορίας, η επικράτηση της πίστης πάνω στη λογική είναι αφοπλιστική. Τέτοιου είδους θαύματα είναι συχνά στη λογοτεχνία. Είναι όμως και στην πραγματική ζωή;
Ο Ισμαήλ βρίσκεται στο σταυροδρόμι δύο πολιτισμών. Γεννημένος και μεγαλωμένος με μια παραδοσιακά μουσουλμανική κουλτούρα από τη μία, ερχόμενος σε επαφή με το σύγχρονο πολιτισμό της Δύσης από την άλλη, και μάλιστα στα πιο παραγωγικά του χρόνια. Το μεγάλωμά του στο Κάιρο, η ζωή και οι σπουδές του στην Ευρώπη, η θρησκευτική αναζήτηση, οι αλλαγές στην αντιμετώπιση καθημερινών πραγμάτων, οι τελικές αποφάσεις που παίρνει στην πατρίδα του, μετά την περιπέτεια λογικής και συναισθημάτων. Και βέβαια, η ζωή του από κει και πέρα, με την κάθαρση του μυαλού και της καρδιάς.

«Έστρεψε το βλέμμα του στην πλατεία. Το άφησε να περιπλανηθεί στο πλήθος και το κράτησε εκεί. Άρχισε να χαμογελάει με μερικά από τα αστεία και τα γέλια που έφταναν στ’ αυτιά του. Οι φωνές και τα καλέσματα του δρόμου, τού είχαν θυμίσει τις μέρες της νιότης του. Δεν ήξερε άλλον λαό σαν τον αιγυπτιακό, που να έχει διαφυλάξει το χαρακτήρα και την ιδιοσυγκρασία του, παρά τη ροή των γεγονότων και την αλλαγή των κυβερνήσεων. Ο μέσος Καϊρινός περνούσε από μπροστά του, λες κι είχε ξεπηδήσει από σελίδες χρονικών. Ο Ισμαήλ άρχισε να ησυχάζει και να βρίσκει στέρεο έδαφος κάτω από τα πόδια του. Δεν υπήρχαν πια μεμονωμένα άτομα μπροστά του, μα ένας λαός με ένα σκοπό: ένα είδος πίστης, καρπό που είχε προκύψει από τη συμφιλίωση με το χρόνο, με τη μακρόχρονη ωρίμανση της φλόγας του. Κι ήταν τότε που τα πρόσωπα συνομίλησαν μαζί του απ’ την αρχή, λέγοντας πράγματα που δεν είχε ξανακούσει. Τον άγγιζε πια μιά ηρεμία, μιά γαλήνη. Το σπαθί είχε μπει στη θήκη του. Στην Ευρώπη, ενεργητικότητα σήμαινε άγχος και αγωνία, το σπαθί ήταν πάντα τραβηγμένο και τα όπλα τους ακονισμένα. Προς τι όμως οι συγκρίσεις; Ο εραστής δεν μετρά ούτε συγκρίνει. Οταν η σύγκριση μπαίνει από την πόρτα, ο έρωτας φεύγει από το παράθυρο.
...............
Για μια στιγμή οι σκέψεις του πέταξαν μακριά. Την προσοχή του τράβηξε ένας ήχος από δυνατούς λυγμούς κι αναφιλητά, που ερχόταν από την πλατεία. Ήταν ο Σίντι ελ Ιτρίς. Σήκωσε το βλέμμα του κι αντίκρυσε το θόλο, να λικνίζεται και να λούζεται στο φως. Ο Ισμαήλ έτρεμε ολόκληρος:
-Πού ήσουν, φως μου, εσύ που έκανες τόσο καιρό να με επισκεφθείς; Καλωσόρισες! Χάθηκε το πέπλο που είχε σκεπάσει την καρδιά και τα μάτια μου. Κατάλαβα πιά αυτό που μου κρυβόταν. Δεν υπάρχει γνώση χωρίς πίστη. Η Φάτιμα δεν πίστευε σε μένα. Πίστευε στις ευλογίες σου, στη γενναιοδωρία σου, στη χάρη σου. Με τις ευλογίες σου, Ουμ Χάσιμ».

Ένα χρόνο πριν πεθάνει, ο Γιάχια Χάκι έδωσε μια συνέντευξη στην εφημερίδα αλ Αχράμ και ζήτησε αυτή να δημοσιευθεί μετά το θάνατό του. Ο λόγος ήταν ότι ολόκληρη τη ζωή του, προσπαθούσε να αποφύγει τη δημοσιότητα. Έτσι κι έγινε.
Σε ένα κομμάτι της συνέντευξης,  ο σπουδαίος πεζογράφος μίλησε για την πίστη και το Ισλάμ:
«Αισθάνομαι πολύ θυμωμένος όταν έρχομαι αντιμέτωπος με ανήθικα πράγματα. Είμαι περήφανος που έχω γεννηθεί Μουσουλμάνος και πιστεύω ότι το Ισλάμ μας εφοδιάζει και με έναν ηθικό κώδικα. Αλλά οι ίδιοι οι Μουσουλμάνοι έχουν βλάψει το Ισλάμ περισσότερο απ’ όλους, επειδή προσπάθησαν να μιμηθούν τη Δύση. Εγκατέλειψαν έτσι παραδοσιακές πρακτικές χρόνων. Όταν ήμουν διορισμένος στην Τουρκία, έγινα μάρτυρας του τρόπου με τον οποίον ο Κεμάλ Αττατούρκ προσπάθησε να αλλάξει την τουρκική κοινωνία. Δεν του άρεσε η αραβική γλώσσα, καθώς ο ίδιος ήταν ανίκανος να τη μάθει καλά. Οι αγώνες που έδινε για την εκδυτικοποίηση της Τουρκίας ήταν βίαιοι, λες κι επρόκειτο για κάποιον που ήθελε να πουλήσει τα πάντα, ακόμα και την τιμή του, προκειμένου να τον δεχτεί η Δύση. Και μήπως τώρα η Τουρκία έγινε αποδεκτή από τη Δύση; Και βέβαια όχι. Είναι ανόητο να ξεγράφει κανείς το παρελθόν και την κληρονομιά του, σε μιαν απέλπιδα προσπάθεια να μιμηθεί τη Δύση. Δεν οδηγεί πουθενά.»
Κλείνοντας, ήθελα να επισημάνω πως ο Γιτάνι και ο Μαχφούζ και ο Χάκι, και οι τρεις αυτοί μεγάλοι λογοτέχνες, παρέμεναν πιστοί στις παραδόσεις  υποστηρίζοντας ταυτόχρονα το άνοιγμα του ισλαμικού πολιτισμού στους άλλους πολιτισμούς καθώς, όπως έλεγαν, μόνο θετικές συνέπειες μπορεί να έχει αυτή η αλληλεπίδραση. Ο Μαχφούζ μάλιστα δέχτηκε και επίθεση γι’ αυτές του τις πεποιθήσεις από έναν φανατικό που προσπάθησε να τον δολοφονήσει το 1994.  
Σήμερα, το ίδιο απηχούν και οι απόψεις πολλών άλλων λογίων και πνευματικών ανθρώπων του αραβικού κόσμου οι οποίοι επιτέλους έχουν αρχίσει να τοποθετούνται για όσα αποτρόπαια συμβαίνουν στο όνομα δήθεν του Ισλάμ. Κι αυτός, είναι ο μόνος δρόμος: να μιλάμε γι αυτόν τον κόσμο που έχει παραμείνει άγνωστος και μακρινός, ενώ είναι εγγύς και προσιτός.


                                                         

*Η Ελένη Καπετανάκη είναι μεταφράστρια από τα αραβικά

                                                

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου