Τρίτη, 7 Ιουνίου 2016

Μια «πλάγια θεώρηση» της σεφερικής ποίησης




Προϊόν αγάπης, θαυμασμού και αφοσίωσης στο έργο του Γιώργου Σεφέρη, το βιβλίο του Γιώργου Δ. Παναγιώτου έρχεται να προστεθεί με αξιώσεις στη σειρά των σημαντικών εργασιών για τον ποιητή της Κίχλης, που κυκλοφόρησαν κατά την τελευταία δεκαπενταετία.
Συγκροτείται από έντεκα μελετήματα γραμμένα και δημοσιευμένα, πλην ενός, μετά το επετειακό έτος 2000, στα οποία, από διαφορετική κάθε φορά οπτική και για διαφορετικά ποιήματα, ο Παναγιώτου, στηριζόμενος στην ευρυμάθεια που διαθέτει γύρω από την κλασική γραμματεία, μα και την κλασική μουσική, εστιάζει συνήθως σε συγκεκριμένους στίχους, κάποτε με μικροσκοπική διάθεση, τονίζοντας και συνδέοντας τις αντιστοιχίες μεταξύ Σεφέρη, αρχαίων τραγικών και αρχαιοελληνικής γραμματείας γενικότερα.
Το θέμα δεν είναι καινοφανές αλλά, θα τολμούσα να πω, ότι ο συγγραφέας τού προσδίδει μιαν άλλη δροσιά και νέους συσχετισμούς. Με μια ματιά και μόνον στο Ευρετήριο Κυρίων Ονομάτων, ο αναγνώστης διαπιστώνει τη συχνότητα αναφορών στον Αισχύλο, τον Ευριπίδη, τον Σοφοκλή, καθώς και σε άλλους συγγραφείς της αρχαιότητας.
Δεν πρόκειται για συστηματική συνολική εξέταση της σεφερικής ποίησης. Περιορίζεται, σωφρόνως, σε μεμονωμένα ποιήματα ή μεμονωμένους στίχους ποιημάτων, ακριβώς σ’ εκείνους που ερέθισαν την ερευνητική και συνδυαστική ικανότητα του Παναγιώτου.
Από τα έντεκα μελετήματα, τρία σχολιάζουν κυπριακά ποιήματα («Εγκωμη», «Ελένη», «Επικαλέω τοι την θεόν…»), δύο άλλα αναφέρονται σε στίχους της Κίχλης, ένα σε ποίημα της συλλογής Μυθιστόρημα, δύο σε ποιήματα του Ημερολογίου καταστρώματος, α΄ («Piazza San Nicolò» και «Ωραίο φθινοπωρινό πρωί»), ένα στο ποίημα «Κυριακή» της ενότητας «Σημειώσεις για μια ‘‘Εβδομάδα’’» του Τετραδίου γυμνασμάτων.
Από τα δύο εναπομένοντα μελετήματα, το πρώτο φέρει τον τίτλο «Σεφερική ποιητική και ονειροπλασία» και το έσχατο σχολιάζει, με πληθώρα πραγματολογικών στοιχείων, αλλά και με πειστικές ερμηνευτικές προτάσεις, τρία ποιήματα με κοινό τίτλο σε παραλλαγή: «Λυκόπετρα», «Λυκόπετρα 2» και «Λυκόπετρα 3», που δεν περιλαμβάνονταν μέχρι πρότινος στον καθιερωμένο τόμο Ποιήματα, αλλά προέρχονται από το προσωπικό ημερολόγιο του ποιητή, συγκεκριμένα από τις Μέρες Γ΄.
Ο Παναγιώτου προσεγγίζει και ερμηνεύει, με τον πλούσιο γνωστικό και βιβλιογραφικό οπλισμό που διαθέτει, στο εναρκτήριο μελέτημα του βιβλίου το ποίημα «Piazza San Nicolò», που υποτιτλίζει ως «Τοπίο Ερημης Χώρας». Πιστεύω πως πρόκειται για την πιο μεστή εργασία ολόκληρου του τόμου.
Με προσεκτικά και μελετημένα βήματα, με άμεσες, επιτόπιες έρευνες στον Βόλο και την ευρύτερη περιοχή της Μαγνησίας, που έχουν αποφέρει πειστικά πραγματολογικά στοιχεία, και με την επικουρία ανέκδοτων επιστολών του Σεφέρη προς την αδερφή του Ιωάννα, φωτίζει ένα από τα πιο «σκοτεινά» ποιήματα στο οποίο συνυπάρχουν μνημονευόμενοι ο Μαρσέλ Προυστ (όχι για μοναδική φορά σε στίχους του Σεφέρη), δικαιολογημένα ο βολιώτικης καταγωγής Τζόρτζιο ντε Κίρικο και εντελώς απροσδόκητα ο Ντοστογιέφσκι.
Θα έλεγα ότι πρόκειται για μια υποδειγματική ανάλυση, όπως αποδεικνύει και η αρχιτεκτονική δομή της, διαρθρωμένη σε έξι επιμέρους ενότητες. Εξάλλου, σε αδημοσίευτη επιστολή του ποιητή προς την αδερφή του στηρίζεται και το σύντομο μελέτημα που επιγράφεται «Ανέκδοτο σχόλιο του Σεφέρη για το ποίημα ‘‘Ωραίο φθινοπωρινό πρωί’’», που μπορεί να διαβαστεί συνδυαστικά προς την ανάλυση του «Piazza San Nicolò» και προς τα τρία ποιήματα της «Λυκόπετρας».
Και τούτο, γιατί και τα πέντε αυτά ποιήματα συνιστούν και συγκροτούν μιαν ενότητα, καθώς είναι γραμμένα την ίδιαν εποχή, στον ίδιον χώρο και εκφράζουν παραπλήσια συναισθήματα.
Είναι γνωστό πως ο Σεφέρης συχνά συνθέτει τα ποιήματά του με τη υποστήριξη αρχαίων συγγραφέων. Από καιρό έχει επισημανθεί σχετικώς πως στα κυπριακά ποιήματά καταφεύγει συχνότερα από άλλοτε προς τον Ευριπίδη, γεγονός που διευκολύνει την αρχαιομάθεια του Παναγιώτου και την ανάλογη αγάπη του προς τον αρχαίο τραγικό ποιητή.
Ετσι, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα σχόλια γύρω από τη μορφή και τον συμβολισμό της «οδηγήτρας» στο ποίημα «Εγκωμη», θέμα που απέφυγε να ερμηνεύσει ο Γ.Π. Σαββίδης στο πρώιμο, εξαντλητικό μελέτημά του «Μια περιδιάβαση, Σχόλια στο …Κύπρον, ου μ’ εθέσπισεν…», και που έχει απασχολήσει αρκετούς μεταγενέστερους μελετητές.
Αντίθετα προς όσα έχουν υποστηριχτεί κατά καιρούς, ότι δηλαδή η «οδηγήτρα» του ποιήματος μπορεί να αναφέρεται στην Παναγία ή απλώς στη θεά Αφροδίτη, ο Παναγιώτου αποφαίνεται πως «με στοιχεία που υπάρχουν μέσα στο ποίημα, η οραματική γυναικεία μορφή μπορεί να ταυτιστεί μόνον με την Πάνδημο Αφροδίτη, και μετά την ανάληψη με την Αφροδίτη Ουρανία» (σ. 86).
Δύο άλλα μελετήματα (αθροιζόμενα σε αριθμούς σελίδων είναι και τα εκτενέστερα) συγκροτούν υπομνήματα σε στίχους της Κίχλης και θα έλεγα πως αποτελούν «γλώσσες» (κατά τη σεφερική ορολογία). Στο επιγραφόμενο «Σεφερική ποιητική και ονειροπλασία», εξετάζεται ο ρόλος των ονείρων στην ποίηση του Σεφέρη, θίγεται δηλαδή ένα ευρύτερο θέμα με ποικίλες διακλαδώσεις και όχι μόνον στην ποιητική δημιουργία, θέμα προς το οποίο καταφεύγουν ανά τους αιώνες άπειροι δημιουργοί.
Στο εκτενές εισαγωγικό κείμενο του βιβλίου, επιγραφόμενο «Αντί προλόγου», ο συγγραφέας υποδεικνύει, εκτός των άλλων, πως «σε ορισμένα ερμητικά ποιήματα, μπορούμε, έξω από την αυστηρή φιλολογική εξέταση, να δοκιμάσουμε και μια πλάγια θεώρηση και να ανακαλύψουμε στη ζωγραφική, τη μουσική, τον κινηματογράφο, αλλά κυρίως στο αρχαίο δράμα κρυμμένες ερμηνείες».
Η ενασχόληση του Παναγιώτου με τη σεφερική ποίηση είναι μια εργασία εν προόδω, μια συνεχιζόμενη δοκιμή και δοκιμασία. Η Μποτίλια στο πέλαγο, πέρα από τις ερμηνευτικές προσεγγίσεις της σε συγκεκριμένα ποιήματα, έρχεται να αναθερμάνει τη μάλλον άτονη σεφερική φιλολογία των τελευταίων χρόνων.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου