Τετάρτη 25 Φεβρουαρίου 2015

Δήμος Μούτσης, Τέσσερις στίχοι

Κατηγορία: Ακαδημία Ποιείν, καταχώρηση από: Σπύρος Αραβανής
dhmos_moytshs.jpg
Να! 
Ιδού λοιπόν η εποχή των συμπλεγμάτων.
Ο απέναντι με ακούει με απορία και μετά,
«Να κι αν είναι κι αν δεν είναι» μου απαντά.
«Να, να , να!…»
Ιδού λοιπόν η εποχή των συμπλεγμάτων.
Είναι τα οράματα που λείπουν
«διότι», «δεν» και τα λοιπά,
είν’ ο φόβος, όχι τίποτα σπουδαίο φυσικά,
μα που μας κάνει ξαφνικά,
για ό,τι υπάρχει ένα γύρω να μη δίνουμε μια
και «Να, να , να!…»
Για τα παιδία που περιμένουν κι ελπίζουν
νύχτα μέρα με παυσίπονα και ηρεμιστικά,
μήπως έχουμε κάτι να πούμε? Ε, όχι δα!
Εμείς «Να, να , να!…»
Για τους φαντάρους που ονειρεύονται τις νύχτες
κι έναν ύπνο ανεξύπνητο κοιμούνται στη σκοπιά,
μήπως έχουμε κάτι να πούμε? Ε, όχι δα!
Εμείς «Να, να , να!…»
Κάθε φορά που η ζωή μας ακριβαίνει.
Τι περίεργη λιτότης! Δύο μέτρα, δύο σταθμά.
Nα!
«Η Ελλάδα μας πληγώνει»*. Ε, καλά!
Εμείς «Να, να , να!…»
Εμένα πάντως η Ελλάδα με μουντζώνει,
όμως εσένα πονηρούλη σε πληρώνει τελικά,
μου αγοράζεις ένα ύφος ακριβά ή φτηνά
και «Να, να , να!…»
Αυτοκράτορας σκοτώνει τη μαμά του – λέει –
διαγράφονται οι λέξεις ’γιος – Μέγας και τα λοιπά.
Ιστορίες θα λέμε τώρα? Ε, όχι δα!
Εμείς «Να, να , να!…»
Τετρακόσια χρόνια φάγαμε τους Τούρκους.
Συνηθίσαμε και τρώμε και τους Έλληνες μετά.
Τέτοιες ώρες, τέτοια λόγια. Ε, καλά!
Εμείς «Να, να , να!…»
Όλα αλλάζουν, ξαναλλάζουν κι αλαλάζουν.
Ένας κόσμος σαν κοπάδι αλαφιασμένο τριγυρνά.
Οι κερκίδες τι σημαίνουν? Ε, καλά.
Εμείς «Να, να , να!…»
«Το μυαλό μου είναι σε φάση να σαλτάρει».
Τουτ’ η φράση μου ‘χει μείνει από τα Νέα Ελληνικά.
«Πολυτέλειες» θα μου πείτε. Ε, καλά!
Εμείς «Να, να , να!…»
Ιδού λοιπόν η εποχή των συμπλεγμάτων.
Ο απέναντι με ακούει, με κυττάζει και μετά
«Πόση αλήθεια κρύβει τουτ’ η ιστορία μου απαντά».
Κι εκεί τελείως ξαφνικά,
Μου θυμίζει κάτι λόγια - κάτι λόγια γνωστά –
ωραία κι αληθινά.
«Το λουλουδάκι αυτό δεν ήταν για μας.
Το κόψαμε, το φάγαμε και το φτύσαμε μετά»**.
αλλά για τέτοια θα λέμε τώρα? Ε, όχι δα!
Εμείς «Να, να , να!…»

Μια φυσαρμόνικα που κλαίει

Μια φυσαρμόνικα που κλαίει
με την ανάσα ενός παιδιού
σημάδι τούτου του καιρού
που μας φοβίζει και μας καίει
Μια φυσαρμόνικα που κλαίει
ειν’ η δική μας παρουσία
τον ύμνο ακούγοντας να λέει
χαίρε ω χαίρε ελευθερία
Κι είν’ οι φωνές μας στον αέρα
αλήθεια ποια είναι η αλήθεια
έτσι που ζεις από συνήθεια
μια μέρα ακόμα και μια μέρα
Κι ο ουρανός που μας σκεπάζει
μια φυσαρμόνικα που κλαίει
κι εμείς ανυποψίαστοι κι ωραίοι
μέσα στο θαύμα που βουλιάζει
Λίγοι καλοί κι αυτοί μοιραίοι
παραιτημένοι κατά βάθος
ω με πόση ένταση και πάθος γίνονται
πρώτοι οι τελευταίοι
Μια φυσαρμόνικα που κλαίει
ακολουθώ τα βήματά σου
μέσα στην ερημιά του κόσμου
κι έρχομαι πλάι εκεί κοντά σου
Έχω ένα θεό
Αχ, έχω έναν Θεό μες στην κοιλιά μου
που τον ταΐζω, και τον ποτίζω λέει να μ’ ορμηνεύει
κι αυτός με τρώει και με πίνει και θεριεύει.
Τρώει και πίνει τη σοδειά μου ο Θεός και θριαμβεύει.
Αχ, έχω έναν Θεό μες στην κοιλιά μου
που τον οπλίζω και του ζητάω λέει να με στηρίζει
κι αυτός με πάει κι όσο πάει με βυθίζει
και σ’ ένα εβραίικο παζάρι με πουλάει ο Θεός και μ’ αφανίζει.
Ω αλλελούγια!
Ω αλλελούγια!
Στεφάνια και φανφάρες και σημαίες και μεγάλες στολές,
πώς να πεθάνουμε το μάθαμε καλά απ’ των σχολειών τις αυλές
μα πώς να ζούμε ούτε κουβέντα, παραδομένοι έτσι άνευ όρων
στην βασιλεία των ουρανών και των εμπόρων.
Μα εγώ έχω και μια φλόγα μες στην κοιλιά μου
που με φωτίζει και μ’ αξιώνει και με ζεσταίνει
μέρα και νύχτα, μέρα νύχτα αναβοσβήνει ανασαίνει
και μου θυμίζει την φωνή μου τούτη η φλόγα εδώ και με τρελαίνει.
Αχ, είναι ετούτη η φλόγα μες στην κοιλιά μου
που με φωτίζει, μ’ ελευθερώνει και με πηγαίνει,
ένας Θεός που ούτε μιλάει ούτε κρύβει αλλά σημαίνει
μια παντοδύναμη φωτιά που αναβοσβήνει με ρυθμό και μ’ ανασταίνει.

Το όνειρο

Βρέθηκα σε κύκλο σκοτεινό στ’ όνειρο που είδα χθες το βράδυ
κι ήμουνα απ’ τη μια του κύκλου εγώ
κι εγώ από την άλλη
κι ήμουνα απ’ τη μια του κύκλου εγώ ήμουνα εγώ κι από την άλλη
έτοιμος να μου αποκριθώ και να ρωτήσω πάλι
κι ύστερα χάθηκα μακριά χάθηκα σε ολάνθιστα περιβόλια
παρέα με τους δερβίσηδες γύρω από τη φωτιά χορεύοντας και τραγουδώντας
έιβαλα χορεύοντας και τραγουδώντας
έιβαλα χορεύοντας και τραγουδώντας
Κι είδα ένα παιδί μικρό παιδί που έπαιζε και μου ‘ριχνε στα ζάρια
το ύστερο του πόθου μου φιλί τα πρώτα παιδικά μου χάδια
κι εκεί- εκείνη τη στιγμή άκουγα να τραγουδάν εντός μου
ο ύπνος με το θάνατο μαζί
τραγούδια του ερωτός μου
κι ύστερα πάλι ξαφνικά χάθηκα σε ολάνθιστα περιβόλια
παρέα με τους δερβίσηδες γύρω από τη φωτιά χορεύοντας και τραγουδώντας
έιβαλα χορεύοντας και τραγουδώντας
Κι είδα τις ελπίδες μας σκιές βάδιζαν αμίλητα εμπρός μου
σύμβολα σημεία και μυστικές μορφές αυτού του μάταιου κόσμου
και είκοσι αιώνες σκοτεινοί έφταναν στο τέλος τους πια τώρα
κι από έναν κόσμο σ’ άλλονε τελικά εμείς περνάμε λέει ώρα την ώρα
κι ύστερα πάλι ξαφνικά χάθηκα σε ολάνθιστα περιβόλια
παρέα με τους δερβίσηδες γύρω από τη φωτιά χορεύοντας και τραγουδώντας
έιβαλα χορεύοντας και τραγουδώντας
έιβαλα χορεύοντας και τραγουδώντας
Βρέθηκα σε κύκλο σκοτεινό στ’όνειρο που είδα χθες το βράδυ
κι ήμουνα απ’ τη μια του κύκλου εγώ κι εγώ από την άλλη
πες μου τι είν’ αυτά που βλέπω εδώ πρόφτασα να πω στον εαυτό μου
μη μιλάς μον’ κοίτα και περνά λέει αυτός
και βγήκα από τ’ όνειρό μου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου