Τρίτη 27 Ιανουαρίου 2015

Γιάννης Κοντός (1943-2015)

 του Αλέξιου Μάινα 


Ο Γιάννης Κοντός δια χειρός του ζωγράφου Γιάννη Ψυχοπαίδη.  





Από την ποιητική συλλογή του Γιάννη Κοντού
Ανωνύμου μοναχού, 1985
(6ο ποίημα)
Το φαρμακείο


Είμαι ευτυχισμένος όταν ακούω μουσική και κατοικώ στο παλιό φαρμακείο, με τις πορσελάνες, τα φάρμακα, το λίγο φως. Κάθομαι και ζυγίζω ποσότητες φαρμάκων και λέξεων –εκτελώ πολλές φορές ανύπαρκτες συνταγές– όμως δουλεύω με συνέπεια και υπομονή υποδειγματική. Ακίνητος κοιτάζω πίσω από το θαμπό τζάμι τους περαστικούς. Περιμένω να ανοίξει η πόρτα, να ακουστεί το κουδουνάκι, να σηκώσω με κόπο το ημίπληκτο πόδι μου, να το σύρω μέχρι την είσοδο και να χαμογελάσω στον πελάτη. Όπως ανοίγει η πόρτα μπαίνουν μέσα άλλες εποχές – προηγούμενες και επόμενες – και χάνω για λίγο την ισορροπία μου. Τη βρίσκω αμέσως. Αρχίζω να παιδεύω πάλι τη ζυγαριά και το σώμα μου. Χρόνια διανυκτερεύω. Έχω να κοιμηθώ χιλιάδες ώρες  (-i-). Πίνω όλα τα φάρμακα (ποιήματα)  (-ii-)  που φτιάχνω και δε λέω να πεθάνω  (-iii-). Μάλλον δυναμώνω. Φοράω το μαύρο παλτό, το μαύρο κεφάλι. Έξω χιονίζει, δεν ακούει κανείς.    (-iv-)  

Γιάννης Κοντός,

Ανωνύμου μοναχού, 1985
(-i-) Γιώργος Σαραντάρης, "Η ποίηση είναι εκείνος ο εαυτός μας που δεν κοιμάται ποτέ."
(-ii-) Κ.Π. Καβάφης, "Μελαγχολία του Ιάσονος Κλεάνδρου· ποιητού εν Kομμαγηνή· 595 μ.X." 
(-iii-) Γιάννης Κοντός, "Κάρβουνο ο ουρανός και η οδοντόβουρτσα/ του πεθαμένου περιμένει. Ο φίλος μου/ από το ιατρείο του κάτω κόσμου/ μου τηλεφωνεί. Μου στέλνει φάρμακα,/ μου στέλνει ποιήματα. Ο φίλος μου, ο επιζών."  (Τα οστά, 1982, ποίημα 64ο, μότο "Ο ΤΑΚΗΣ" - αναφορά στον ποιητή Τάκη Σινόπουλο (1917-1981) που ήταν γιατρός.)

 Από την ποιητική συλλογή του Γιάννη Κοντού
Τα απρόοπτα, 1975
(8ο ποίημα της πρώτης ενότητας "Το κατοικίδιο ζώο"): 

Κίνδυνος στην πόλη

Απόψε δεν γράφονται ποιήματα.
Ο τρελός ξέφυγε μ’ ένα όπλο

και ρίχνει στο ψαχνό.

Όλα τον δείχνουν – αλλά
κανείς δεν βλέπει.

Τρέχω – τρέχουμε.

Σκοντάφτω στον εαυτό μου.

Ο ποιητής παριστάνει

το οπωροφόρο δέντρο για να

γλιτώσει τον ξυλοκόπο.

Από την ποιητική συλλογή του Γιάννη Κοντού
Φωτοτυπίες, 1977
(από την πρώτη ενότητα "Σχέδιο για διήγημα")
5.
Νοσοκομείο των ξανθών αγγέλων. Ο αγαπημένος μου 
ποιητής χτυπημένος από το αίμα στην καρδιά, κείτεται
μόνο με το σλιπ πάνω στα νερά. Στην άκρη του κρεβατιού,
ο μικρός μου αδελφός και εγώ κοιτάμε το καλοκαίρι. Μια
κυρία από τη Γαλλία μας μιλάει για σουρεαλισμό. Εσύ
κοιμάσαι μέσα στα χόρτα, πλάι σε μια λίμνη με πολλούς
φαντάρους.
15.
Το τραγούδι ξετυλίγεται τριχιά για το λαιμό 
του κρεμασμένου. Και ο κρεμασμένος μπορεί την τελευταία
στιγμή να γλιτώσει. Εσύ όμως που λες το τραγούδι είναι
βέβαιο ότι θα πεθάνεις, με ένα τσιγάρο στο στόμα -
χωρίς να ξέρεις ότι είναι το τελευταίο σου - μιλώντας
ακατάπαυστα για καθημερινές βλακείες, για πολιτική 
οικονομία, για δημόσια οικονομική. Θα πέσεις άπνους
με το τσιγάρο αναμμένο, το κασκόλ στον αέρα και το
αλκοόλ χυμένο στο παντελόνι. Η φωνή σου δεν θα
απειλεί κανένα πια και η τελευταία σου λέξη θα 'ναι
μια πέτρα μπηγμένη στο χώμα.     (-i-)
(-i-) Υπάρχουν σημεία σε ποιήματα του Σταμάτη Πολενάκη που θυμίζουν τους τελευταίους στίχους αυτού του ποιήματος.
40.
Δεν με χωράει το σώμα μου. Θέλω να επεκταθώ,
να φύγω. Ανοίγω τη βρύση. Τρέχει το νερό. Τρέχει η νύχτα.
Σκύβω να πιω, να ξεχάσω. Κτυπάω πάνω στο πεθαμένο μου
πρόσωπο. Ανάβει μια φωνή. Φωνή της σιωπής. Η ροή
της μνήμης με τινάζει πίσω στο κορμί σου. Τώρα
που γράφω το φεγγάρι χάνεται στα σκέλια σου και το
χορτάρι ψηλώνει άγριο, κόκκινο, σαν φωτιά. Όλα τ' άλλα
τυλιγμένα σε υαλοβάμβακα. Μόνο τα μαλλιά σου τρίζουν και μεγαλώνουν,
αγνοώντας τα πολιτικά συστήματα και την τριγωνομετρία.     (-i-) 
(-i-)  Θαρρώ πως το τέλος θα μπορούσε να είναι εμπνευσμένο από τα σημεία του Χ.Λ.Μπόρχες:
"Τα νύχια" (συνεχίζουν να μεγαλώνουν) "απορρίπτοντας τον κόσμο και την έκσταση"και τον στίχο του Μπόρχες (για τη γερμανική γλώσσα) "απρόσιτη όπως η άλγεβρα και η σελήνη." 
~~..~~



(Από τη δεύτερη ενότητα -της συλλογής Φωτοτυπίες-
"Στοιχεία βιομηχανικής και ενεργειακής πολιτικής") 
Στα μισοσκότεινα
Γυμνό το σπίτι, χωρίς πουλιά και έπιπλα.
Αθόρυβες Κυριακές με σβησμένα τσιγάρα  
και ξερούς καφέδες στο πάτωμα - έρωτα στο πάτωμα
ή στο ταβάνι, σαν μύγες -   (-i-)
Γυμνό το μυαλό μου. Μόνο δυο τρία καρφιά
στον τοίχο με μυτερούς ίσκιους και ένα χαλάκι
κόκκινο, μαθημένο να ξεφτάει στα πόδια σου.
Θα στρίψω το αίμα, να μην πηγαίνει
στον εγκέφαλο, να μην σκέφτεται έτσι.
Και η κρεατομηχανή δουλεύει.

(-i-)  Θαρρώ πως οι πρώτοι στίχοι αυτοί είναι εμπνευσμένοι από το ποίημα του Γιάννη Ρίτσου: 
ΤΗΣ ΕΠΑΡΧΙΑΣ
Ήσυχες, φτωχικές Κυριακές της επαρχίας
με τα λαμπρά λιογέρματα, με τις ανύπαντρες γυναίκες,
με τα ποτήρια στο τραπέζι, τις μύγες, τα φύλλα.
Ό,τι κι αν λέγαμε ήταν πρόσθετο και ξένο.
(Γιάννης Ρίτσος)


Από την ποιητική συλλογή του Γιάννη Κοντού
Τα οστά, 1982: 
60.
Τρόλεϊ φωτισμένο σαν βιτρίνα
σχίζει τη νύχτα. Ηλεκτρισμός,
καλώδια και ρόδες. Κίτρινο, μαύρο –
και κόκκινη η ακτινογραφία του.
(Η ζωή όμως δεν αστειεύεται.
Σε ράβει με τα δόντια σε τσουβάλι).    (-i-)
Γιάννης Κοντός 

(-i-)  Θαρρώ πως το ποίημα αυτό μαζί με το
    "Κίνδυνος στην πόλη"
Απόψε δεν γράφονται ποιήματα.

Ο τρελός ξέφυγε μ’ ένα όπλο

και ρίχνει στο ψαχνό.  (...)   (Γιάννης Κοντός)
ίσως έχουν εμπνεύσει το ποίημα τού νέου ποιητή Θωμά Ιωάννου:
        ΔΕΝ ΑΣΤΕΙΕΥΤΑΙ
Το παρόν συνωστίζεται γύρω μου
Με πιέζει με το ογκώδες σώμα του
Δε μ’ αφήνει στιγμή
Να πάρω ανάσα
Ορθώνεται σαν τείχος από εικόνες
Βραχυκυκλώνει την όρασή μου
Στερώντας μου κάθε δυνατότητα
Να δω σε βάθος χρόνου
Κι απ’ έξω απ’ το παρόν
Γυρνάει το μέλλον
Σαν άδικη κατάρα
Αυτό δεν αστειεύεται
Χτυπάει στο ψαχνό
(Θωμάς Ιωάννου, 2011)


Από την ποιητική συλλογή του Γιάννη Κοντού
Δωρεάν σκοτάδι, 1989
(3ο ποίημα) 
Μαλλιά-κεντήματα-νήματα


Εντέλει παντρεύτηκα τη Λίτσα

από το παλαιότερο βιβλίο μου.
Ήτανε πρίμα μπαλαρίνα,
αλλά ένα ατύχημα
την έκανε να βάφει νήματα
και να κεντάει.
Μαζί με τις δυο κόρες που αποκτήσαμε,
στήσαμε μια μικρή βιοτεχνία.
Όλη μέρα γέλια, τραγούδια και δουλειά.
Τα βράδια έπαιρνα το άλογο,
το πήγαινα στο τέρμα των τρόλεϊ
να το ποτίσω. Το καυσαέριο
ανέμιζε τη χαίτη του. Δεν θυμάμαι

πόσες χρονικές μονάδες ψάχναμε

για νερό. Επιστρέφοντας (βράδυ πάντα)
το τοπίο είχε υποστεί αλλαγές.
Ο κόσμος στις πόρτες μιλούσε μια ξένη γλώσσα.
Στο μέρος του σπιτιού ένα κενό.
Έψαξα, ρώτησα (με νοήματα πια)
και πείστηκα ότι, εφόσον δεν έγινε σεισμός,
το σπίτι είχε απογειωθεί τυλιγμένο στα μαλλιά.








Γιάννης Κοντός
(...) στις 4 το πρωί ο ποιητής Γιάννης Κοντός πέθανε στο νοσοκομείο όπου νοσηλευόταν το τελευταίο διάστημα, κατόπιν μετεγχειρητικών επιπλοκών και μιας ενδονοσοκομειακής λοίμωξης.

(...) φιλία με τον ―επίσης επιστήθιο φίλο του και επίσης πρόωρα χαμένο, πάλι από ενδονοσοκομειακή λοίμωξη!― Γιώργο Ιωάννου.  (...) 




Δυο-τρία πράγματα σχετικά με τον Γιάννη Κοντό
|   Τζένη Μαστοράκη (εφ. Τα Νέα, 2001)
* Μ’ αρέσει που δεν αλλάζει με τα χρόνια. Είναι μεγάλη παρηγοριά οι φίλοι που δεν αλλάζουν.


* Μ’ αρέσει που γελάει. Με όλους, με όλα. Γυμνασιακά, του λέω. Μεταδοτικά. Προπαντός παράλογα. Μερικές φορές συμφωνεί.



* Μ’ αρέσει που σηκώνεται ξημερώματα και γράφει. Μ’ αρέσει η διαρκής του σχέση με την ποίηση. Μια ανοιχτή γραμμή.



* Μ’ αρέσει όταν λέει «γράφω», «έγραψα». Το λέει κανονικά. Σαν κανονικός άνθρωπος. Σαν να μιλάει για κάτι που μπορεί να συμβεί σε κάθε κανονικό άνθρωπο.



* Μ’ αρέσει ο τρόπος του όταν παρατηρεί τους ανθρώπους. Παραμορφώνει με μικροσκόπιο. 



* Μ’ αρέσει η σχέση του με τον ιδιωτικό του χώρο. Το δέσιμό του με τα αντικείμενα. Τα άδεια μπουκάλια στο Κουκάκι, στο παράθυρο που έβλεπε στο φωταγωγό. Η προσωπική του πινακοθήκη στο χωλ του Παπάγου. Η αγωνία του να μαζέψει τις φωτογραφίες. 



* Μ’ αρέσει η σχέση του με τα γκαρσόνια. Ονόματα, οικογενειακές λεπτομέρειες. Από τότε που το Κολωνάκι είχε μια αλλιώτικη πλατεία. Ώς το «Greek House» και το «Ιντεάλ».



* Μ’ αρέσει η σχέση του με τα λουλούδια. Και η σχέση του με τα υπαίθρια ανθοπωλεία. 



* Μ’ αρέσει ο Γιάννης των ταξιδιών. Στην Καλαμάτα. Στην Αλεξανδρούπολη. Ο Γιάννης που μας φωνάζει να βάλουμε ζακέτα για να μην κρυώσουμε. Ο Γιάννης που κλείνει τα παράθυρα του αυτοκινήτου. Ο Γιάννης που χορεύει. Ο Γιάννης που θυμάται τη συνθήκη του Κιουτσούκ-Καϊναρτζή. Ο Γιάννης που, «πρώτον», δεν πίνει καφέ.



* Μ’ αρέσει η απόλυτη αίσθησή του περί φιλίας. Μ’ αρέσει να τον ακούω να λέει «είναι πολύ φίλος μου», «είναι αδερφός μου». Το εννοεί πάντα.

* Μ’ αρέσει η σχέση του με τα παλιά. Με τους φίλους που δεν υπάρχουν πια. Με τις παλιές του αγάπες. 


* Μ’ αρέσει η σχέση του με το χρόνο. Έχει μιαν απίστευτη ακρίβεια. Κι όμως δε θέλει να του θυμίζω πόσα χρόνια γνωριζόμαστε. Ούτε να του λέω χρόνια πολλά στα γενέθλιά του.



* Μ’ αρέσει η σχέση του με τους νεότερους συγγραφείς. Με τους μαθητές του. Με τα παιδιά των φίλων μας.



* Μ’ αρέσει που θυμώνει εύκολα. Σαν παιδί. Μ’ αρέσει που ξεθυμώνει εύκολα. Σαν παιδί. Μ’ αρέσει που συγχωρεί εύκολα. Σαν μεγάλος.



* Μ’ αρέσει που, όταν είναι αγχωμένος, μου λέει «Μην παθαίνεις άγχος». Μ’ αρέσει που μου λέει «Σκας;» όταν με κάνει να γελάω, όταν σκάει πρώτος στα γέλια. 



* Μ’ αρέσει που είναι πειραχτήρι. Μ’ αρέσει να τον πειράζω με το «Υπ’ όψιν». 



* Μ’ αρέσει που χρειαζόμαστε κι οι δυο έναν ολόκληρο χρόνο για να προγραμματίσουμε μια συνάντηση.



* Μ’ αρέσει που χαίρεται σαν μικρό παιδί την επιβράβευση, τον καλό λόγο. Χωρίς δήθεν. Χωρίς συμπλέγματα.



* Μ’ αρέσει που έχει σταθερές συνήθειες και σταθερές αξίες. 



* Μ’ αρέσει που τα ποιήματά του έχουν σταθερή αξία. Μ’ αρέσουν τα ποιήματά του.  



* Μ’ αρέσει αυτό που ρισκάρει ποιητικά. Ρισκάρει να είναι ο εαυτός του. Δεν έχει προδώσει ποτέ τον αναγνώστη του. Δεν έχει προδώσει ποτέ τα φαντάσματά του. 
(Η ποιήτρια Τζένη Μαστοράκη για τον Γιάννη Κοντό,
εφημερίδα "Τα Νέα", 2001) 


  Top 5 ποιήματα του Γιάννη Κοντού 

του Γιάννη Τζανετάκη

 Πέντε από τα ωραιότερα ποιήματα ενός αγαπημένου ποιητή και φίλου 
«Τι φθορά και αυτή η αιωνιότητα./ Τι σκουλήκι / Μια γραμμούλα είναι ο ορίζοντας. / Μετά, τι γκρεμός, Θεέ μου!».




Δεν με χωράει το σώμα μου 

Δεν με χωράει το σώμα μου. Θέλω να επεκταθώ, 
να φύγω. Ανοίγω τη βρύση. Τρέχει το νερό. 
Τρέχει η νύχτα. Σκύβω να πιω, να ξεχάσω.
 Κτυπάω πάνω στο πεθαμένο μου πρόσωπο. 
Ανάβει μια φωνή. Φωνή της σιωπής. Η ροή
 της μνήμης με τινάζει πίσω στο κορμί σου. Τώρα
 που γράφω το φεγγάρι χάνεται στα σκέλια
 σου και το χορτάρι ψηλώνει άγριο, κόκκινο, σαν
 φωτιά. Όλα τ’ άλλα τυλιγμένα σε υαλοβάμβακα. 
Μόνο τα μαλλιά σου τρίζουν και μεγαλώνουν, 
αγνοώντας τα πολιτικά συστήματα και
 την τριγωνομετρία. 

Από τη συλλογή «Φωτοτυπίες», εκδ. Κέδρος, 1987. 

  Ράλι

 Σήμερα οδηγώ πολύ νευρικά
 και με μεγάλες ταχύτητες την πολυθρόνα μου. 
Ήδη έχω σπάσει τρεις φορές 
το φράγμα του νέφους.
 Έχουν σακατευθεί, έχουν σκοτωθεί 
πολλοί σωσίες μου. Έμεινα μόνος.
 Μόνος οδηγώ αυτόν τον κίνδυνο. 
Περνώ αστραπιαία και με κοιτούν
 με απορία. Ούτε κατάλαβα ποτέ
 γιατί τρέχω έτσι ακίνητος, αφηρημένος, 
κοιτώντας αλλού την ησυχία. 
Τα σήματα της τροχαίας κάποιος
 τα έχει αλλάξει και δείχνουν συνέχεια μονόδρομο.
 Πολλές φορές την πόλη την έχω δει ανάποδα 
ή έχω πέσει σε βαθιά νερά.
 Άλλες φορές οι λακούβες είναι στρωμένες
 με μπαμπάκι, η ορατότητα αρίστη. 
Όπως αντιλαμβάνεσθε,
 όλα μαθηματικώς με οδηγούν
 στην επόμενη στροφή που περιμένει:
 ο γκρεμός, η θάλασσα, η απογείωση.

 Από τη συλλογή «Δωρεάν Σκοτάδι», εκδ. Κέδρος, 1989.  


 Η λύπη του έρωτα

 Σ’ ακούω με όλους τους πόρους μου
 να τρέχεις σε ξένες πόλεις, με ρούχα 
χάρτινα κάνοντας ένα θόρυβο
 που προμηνύει μεγάλη θάλασσα. 

Επιστρέφω στο κλειστό κύκλωμα
 της ζωής μου. Στο κανάλι σιωπή.

 Ταριχευμένες κινήσεις:
 μια καρέκλα μετακινείται χωρίς λόγο,
 ένα κρεβάτι κυλάει στο δρόμο.
 Στον τοίχο προβάλλεται η ίδια
 μαγική εικόνα – δεν μπορώ
 να ξεχωρίσω τον κυνηγό – 

Κοιμάσαι με στόμα γεμάτο
 μυστικά και βροχές. 

Από τη συλλογή «Στη διάλεκτο της ερήμου», εκδ. Κέδρος, 1997.  


 Πώς να σε πάρει ο ύπνος 

Πώς να σε πάρει ο ύπνος με τέτοιες μυρουδιές
 ένα γύρο σου; 
Θαμμένοι σ’ ένα σπίτι αποστειρωμένο,
 μέσα σε γάζες και στο οινόπνευμα. 
Ακουμπισμένοι στο γραμμόφωνο που παίζει
 τα τραγούδια που μας έκαναν άντρες.
 Περνούμε κάτι βδομάδες
 όλο αργές 
και επικίνδυνα σιωπηλές
 Κυριακές.
 Πού και πού πεταγόμαστε από τον λήθαργο
 νομίζοντας ότι ακούμε σφυρίγματα, μουσικές κι ιαχές.
 Τρέχουμε στη μισάνοιχτη πόρτα. Τίποτα.

 Μόνο ο κρεμασμένος μένει στη θέση του
 – στον στύλο του ηλεκτρικού
 – Και Δευτέρα δεν έρχεται ποτέ.

 Από τη συλλογή «Περιμετρική», εκδ. Κέδρος, 2000. 


  Φούντωσε το χορτάρι στο δωμάτιο

 Φούντωσε το χορτάρι στο δωμάτιο. 
Δεν μπορώ να μετακινηθώ. Ένα λιοντάρι 
με περιεργάζεται με τα κίτρινα μάτια του.
 Δεν είμαι ο Δανιήλ στο λάκκο των λεόντων,
 ο Γιάννης είμαι και δεν θέλω ούτε λιοντάρια
 ούτε ανθρώπους. Το δωμάτιο θέλω να καθαρίσω
 και να καθίσω σε μια καρέκλα να ξεκουραστώ.

 Από τη συλλογή «Τα οστά», εκδ. Κέδρος, 1982. 

  


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου