Παρασκευή 30 Ιανουαρίου 2026

Μιλτιάδης Μαλακάσης "Μεσολόγγι"

 



Ἐσένα θύμησή μου, ἐσέν᾿ ἄνθος θανάτου,
Ἀθανασίας ρόδο, ἐσὲ κρατῶ,
Μοσκοβολιὰ καὶ χάϊδεμα τοῦ ἀναβλεμμάτου
Κι ἀγκάθι αἱματοστάλαχτο φριχτό.

Ὅταν, ὦ παιδικὴ καρδιά! Ἡ ἁρμύρα
Τῆς λιμνοθάλασσας ἀνήλεη, λατρευτή,
Μὲ χρώματα σὲ μέθαε καὶ μὲ μύρα,
Τότε γιατί νὰ μὴν πεθάνεις; Ὢ γιατί;

Στὶς ροδοδάφνες, μέσ᾿ στὴν αἴγλη τοῦ εἰκοσιένα,
Ἐσὺ λουλούδι ὑστερογέννητον, ὢ πῶς
Πέφτουν τὰ φύλλα σου ἕνα-ἕνα σκεβρωμένα,
Καὶ μέσ᾿ στὰ βάλτα ὁ σκορπισμένος σου καρπός;

Σὲ τόσες μέσα ἀνατολές, δύσες, σκοτάδια,
Μέσα σε τόσες μουσικές, ποίησες, ᾠδές,
Νερῶν καὶ δένδρων τὰ βουητά, σείσματα, χάδια,
Χαμένος ψίθυρος τῆς λύρας μου οἱ χορδές…

Ὦ Μεσολόγγι, ἱερὲ βωμέ, αἱματοβαμμένε,
μεγάλου βάρδου ἡ δόξα καὶ ἡ θανή,
τοῦ Χρήστου τοῦ Καψάλη ἐσύ, πυρσὲ ἀνάμενε,
καὶ τῆς ἐξόδου ἡ νύχτα, ὦ οὐρανοί!

Τώρα, κι ἂν μοῦ ξεδένετε φρένα καὶ γλῶσσα,
Θ᾿ ἀγροικηθεῖ τῆς ταπεινότης μου ὁ ψαλμός,
Μέσα στοὺς ὕμνους καὶ στὰ τρόπαια τὰ τόσα,
Ποῦ σου ἔχει στήσει ὅλου τοῦ κόσμου ὁ θαυμασμός;….

(Ἐφημ. «Καθημερινή», 25 Ἀπριλίου 1937)

Τρίτη 6 Ιανουαρίου 2026

Άγια Θεοφάνια!

 



Εν Ιορδάνη βαπτιζομένου σου Κύριε

η της Τριάδος εφανερώθη προσκύνησις

του γαρ Γεννήτορος η φωνή προσεμαρτύρει Σοι

αγαπητόν Σε Υιόν ονομάζουσα

και το Πνεύμα εν είδει περιστεράς

εβεβαίου του λόγου το ασφαλές

Ο επιφανής Χριστέ ο Θεός

Και τον κόσμον φωτίσας δόξα Σοι.

Τετάρτη 23 Απριλίου 2025

Νικηφόρος Βρεττάκος "Διονύσιος Σολωμός"

 



Νικηφόρος Βρεττάκος


Διονύσιος Σολωμὸς

Νέα Ἑστία, Χριστούγεννα 1978
Ἀπό τὸ Ποιητῶν ἀναθήματα στὸν Διονύσιο Σολωμό, ἐκδ. Μπάστας-Πλέσας, Ἀθῆναι 1998.



Τὸ πρόσωπό σου, τῆς Ἑλλάδας πρόσωπο, Ποιητή.
Τ' ἀχτινοβόλα μάτια σου, μάτια δικά της.
Οἱ στοχασμοί σου, στοχασμοὶ δικοί της καὶ δικό της
τὸ πέταγμά σου στὰ μεσούρανα τῆς ἀρετῆς, ἀπ' ὅπου
ἔβλεπες κάτω ἐδῶ τὶς περιούσιες πέτρες
νὰ βγάζουν ἄνθη ὅπως καὶ ἄλλοτε. Τὸ μέτωπό σου
μέτωπο τῆς ἀποφασισμένης Ἐλευθερίας
πού σκέπασε μὲ τὸ ἀνανεωμένο, κυματιστό της
φόρεμα τὴν ἱερὴ ἀπὸ πάντα, καλὴ κ' ἠγαπημένη
γῆς: Βουνὰ φτιαγμένα ἀπὸ γυαλὶ οὐρανοῦ,
ἔλατα, σκῆτες, καλύβια ποὺ καπνίζανε ταπεινοσύνη,
θάλασσες ποὺ λαμποκοποῦν θραύσματα ἥλιου πάνω τους,
πέτρες γιὰ φυλαχτά, πανάρχαιες ἐλιὲς
πού ἀκόμη στάζουνε λάδι γιὰ τοὺς θεούς,
ἅρματα ποὺ τὰ φύλαγε κάτω ἀπὸ τὸ φουστάνι της
ἡ Παναγιὰ στὰ εἰκονοστάσια, καὶ μιὰ γλώσσα
γλυκόλαλη ποὺ μύριζε ζεστὸ ψωμί, ρίγανη,
μέντα, ἀλιφασκιὰ καὶ γάλα Τζαβέλαινας,
κι ὅλα ὅσα δέθηκαν σφιχτά, γίναν ἕνα καὶ πέρασαν
μαζὶ μὲ ὅλους τοὺς αἰῶνες τοὺς μέσα σου
ὅσο ποὺ ἔγινες τέλος τόπος καὶ χρόνος.
Διονύσιε, θέλω νὰ εἰπῶ πὼς μετὰ τόσα χρόνια
ἀναμονῆς στὴν κοντινὴ θὰ βρεθεῖς ὄχθη, ἀπ' ὅπου
θ' ἀκούονται νὰ βουΐζουνε σπόροι ξεσηκωμένοι,
γιομάτοι μέθη, ἕτοιμοι νὰ τρυπήσουν τὸ χῶμα
καὶ τοὺς μακριοὺς τινάζοντας μίσχους νὰ πλημμυρίσουν
τὸ χάσμα ποὺ ἄνοιξε ὁ σεισμὸς καὶ ἐγιόμισε ἄνθη!